ΔΙΕΓΕΡΤΙΚΑ

Τα διεγερτικά δρουν άμεσα στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και αυξάνουν τη διέγερση του εγκεφάλου και του σώματος. Είναι παράγωγα της αδρεναλίνης. Διαθέτουν επίσης περιφερικές δράσεις (έξω από το ΚΝΣ).

Παραδείγματα Απαγορευμένων Διεγερτικών:

Συμπαθομιμητικοί παράγοντες: Εφεδρίνη

Αμφεταμίνες: Μεθαμφεταμίνη, η 3,4-Μεθυλενεδιοξυαμφεταμίνη (MDA) και Έκσταση (MDMA). Επινεφρίνη Κοκαΐνη κ.α

Που βρίσκονται τα Διεγερτικά; Τα διεγερτικά βρίσκονται σε ποικίλα φυτικά και διατροφικά συμπληρώματα, σε φάρμακα που χρησιμοποιούνται κατά του κρυολογήματος και της αλλεργικής ρινίτιδας. Οι αθλητές οφείλουν να ενημερώνουν το φαρμακοποιό ή τον ιατρό τους, σχετικά με το ενδεχόμενο να υποβληθούν σε έλεγχο απαγορευμένων ουσιών.

Κοινά χρησιμοποιούμενα προϊόντα που περιέχουν Καφεΐνη είναι: Καφές, τσάι, σοκολάτα, Red Bull / Red kick και άλλα ενεργειακά ποτά, μερικά αναψυκτικά (τύπου κόλα), Feminax, Pro – plus, Panadol Extra ή Hedex Extra.
Αναφέρεται ότι η Guarana περιέχει έως και 5% καφεΐνη, ενώ άλλες πηγές καφεΐνης, όπως ο καφές, το τσάι και η σοκολάτα περιέχουν περίπου 1-4%.

Ποσότητα στο προϊόν Ισοδύναμη ποσότητα στο δείγμα ούρων σε χρονικό διάστημα 2-3 ωρών
Καφές 50-150 mg/ φλυτζάνι 0,75-2,25 mcg/ml
Τσάι 40-80 mg/ φλυτζάνι 1,6-1,2 mcg/ml
Κακάο/σοκολατούχα ροφήματα 40-80 mg/ φλυτζάνι 0,6-1,2 mcg/ml
Ποτά τύπου Κόλα 35 mg/ 330 ml 0,75-2,25 mcg/ml
Ράβδοι σοκολάτας 150 mg/ ράβδος
οικογ. μέγεθος
0,75-2,25 mcg/ml
Λόγοι χρησιμοποίησης των Διεγερτικών από τους αθλητές: Τα διεγερτικά επιδρούν με ποικίλους τρόπους πάνω στην αθλητική απόδοση, συγκεκριμένα:

  • Αυξάνουν την ετοιμότητα και την αυτοσυγκέντρωση
  • Μειώνουν το αίσθημα της κόπωσης, με το να συγκαλύπτουν τις εκδηλώσεις της.
  • Συγκαλύπτουν τον πόνο.
  • Αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα και την επιθετικότητα.
  • Προκαλούν βελτίωση στον συντονισμό των κινήσεων, στη δύναμη και στην αντοχή του αθλητή.
  • Ελαττώνουν την όρεξη
  • Αυξάνουν τη λίμπιντο
  • Διαστέλλουν τις κόρες των ματιών και επιταχύνουν τις δραστηριότητες του ΚΝΣ.

Συμπτώματα στέρησης: Αυτά τα συμπτώματα κάνουν την εμφάνισή τους 2 με 4 μέρες μετά την χρήση ενός διεγερτικού και συμπεριλαμβάνουν: κόπωση, διαταραχές του ύπνου, εφιάλτες, πονοκέφαλο, μυϊκές κράμπες, στομαχικά άλγη, εφίδρωση, αυξημένη όρεξη, κατάθλιψη, ανησυχία, ψυχωτικές διαταραχές, εθισμό στο φάρμακο-ουσία.

Παρενέργειες Διεγερτικών:

Βραχυπρόθεσμες: Αύξηση του καρδιακού ρυθμού (ταχυκαρδία), υπέρταση, πόνος στο στήθος, καταστολή αναπνευστικής λειτουργίας, εφίδρωση, ρίγος, ναυτία, εμετός, ψευδαισθήσεις, πανικός, παραλήρημα, επιθετικότητα, μυϊκή αδυναμία, τρέμουλο, ανεξέλεγκτες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, έλλειψη μυϊκής συνεργασίας, πονοκέφαλος, καρδιακές αρρυθμίες, έμφραγμα μυοκαρδίου, κρίσεις υπέρτασης, εγκεφαλική αιμορραγία, κυκλοφορική καταπληξία (σοκ), κώμα, θάνατος.

Μακροπρόθεσμες: Παράνοια, κατάθλιψη, τάσεις αυτοκτονίας, προβλήματα μνήμης, ψύχωση, απώλεια βάρους, μόνιμα ψυχολογικά προβλήματα, απώλεια κρίσης, αφυδάτωση.

Οι απαγορευμένες ουσίες για την αντιμέτωπη του άσθματος είναι:

  • Μεθαμφεταμίνη
  • Κοκαΐνη
  • Διεγερτικά του ΚΝΣ και οι σχετικές ουσίες.

 

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
Τα Ναρκωτικά είναι παυσίπονα. Χρησιμοποιούνται για να ανακουφίσουν από τον πόνο και για τη θεραπεία της αναπνευστικής δύσπνοιας. Αποτελούν την ισχυρότερη μορφή παυσίπονων.

Απαγορευμένα Ναρκωτικά: Βουπρενορφίνη, Δεξτρομοραμίδη, Ηρωίνη, Υδροκωδεϊνη, Μεθαδόνη, Μορφίνη, Πενταζοκίνη, Πεθιδίνη και οι σχετικές ουσίες.

Επιτρέπονται: Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs), ασπιρίνη, κωδεΐνη, δεξτρομεθορφάνη, δεξτροπροποξυφαίνη, διυδροκωδεϊνη, διφαινοξυλικό, αιθυλομορφίνη, φολκοδίνη, προποξυφαίνη, παρακεταμόλη και τραμαδόλη.

Που βρίσκονται τα Ναρκωτικά: Σε φαρμακευτικά σκευάσματα που χρησιμοποιούνται για την ανακούφιση από τον ισχυρό πόνο.

Λόγοι χρησιμοποίησής τους από τους αθλητές: Οι αθλητές μπορεί να χρησιμοποιούν τα Ναρκωτικά για να μειώσουν ή να εξαλείψουν το αίσθημα του πόνου που προκαλείται από κάποιον τραυματισμό ή ασθένεια, ή για να αυξήσουν την αντοχή τους στον πόνο, ούτως ώστε να είναι σε θέση να συνεχίσουν να αγωνίζονται ή να προπονούνται. Κάτι τέτοιο βέβαια μπορεί να έχει ως επακόλουθο ο αθλητής να συνεχίζει τη δραστηριότητα του δίχως να αντιλαμβάνεται το εύρος ή τη σοβαρότητα του τραυματισμού του, με αποτέλεσμα την υποτροπή του τραυματισμού ή την πρόκληση μιας μόνιμης βλάβης

Παρενέργειες Ναρκωτικών: Η κακή χρήση των ναρκωτικών αναλγητικών ενδέχεται να προκαλέσει:

  • Υπνηλία
  • Καταστολή της αναπνοής
  • Ναυτία και εμετό
  • Δυσκοιλιότητα
  • Εφίδρωση
  • Απώλεια συγκέντρωσης, ισορροπίας και συντονισμού των κινήσεων.

Άλλες παρενέργειες των ναρκωτικών αναλγητικών είναι: λιποθυμικές καταστάσεις, ταχυπαλμία, καταστολή, νευρικότητα και αλλαγές της διάθεσης. Επίσης υπάρχει υψηλός κίνδυνος εθισμού στο φάρμακο. Λήψη υπερβολικών δόσεων ναρκωτικών αναλγητικών μπορεί να προκαλέσει καταστολή της αναπνοής με αποτέλεσμα κώμα και θάνατο. Όταν χορηγούνται ενδοφλέβια ελλοχεύει ο κίνδυνος μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών.

 

ΚΑΝΝΑΒΙΝΟΕΙΔΗ (ΚΑΝΝΑΒΗ)
Η κάνναβη είναι πλούσια σε ψυχοενεργά συστατικά (κανναβινοειδή), με κυριότερο εκπρόσωπο τη δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλη ή Δ9- THC. Σε πολλές δυτικές κοινωνίες η κάνναβη θεωρείται ναρκωτικό και η νομοθεσία απαγορεύει την εμπορεία, κατοχή και κατανάλωσή της.

Ονομασίες κάνναβης:

Μαριχουάναο όρος αυτός υποδηλώνει τα ξηρά και συνθλιμμένα άνθη και τα μικρά φύλλα από το φυτό της κάνναβης.

Χασίς: η ονομασία χασίς τυπικά αναφέρεται μόνο στο ρετσίνι (ρητίνη) της κάνναβης, μετά την αφαίρεσή του από το φυτό.

Χασισέλαιο: είναι ένα συμπυκνωμένο απόσταγμα ρητίνης και η πιο δραστική μορφή κάνναβης που χρησιμοποιείται. Η Ιατρική Επιτροπή της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (Δ.Ο.Ε), αποφάσισε στις 28 Απριλίου του 1998 να συμπεριλάβει τα κανναβινοειδή στη λίστα των ουσιών που θεωρούνται ως φάρμακα.

Λόγοι χρησιμοποίησης των κανναβινοειδκών από τους αθλητές: Τα κανναβινοειδή είναι παραισθησιογόνες ουσίες. Σε μικρές ποσότητες προκαλούν αίσθημα χαλάρωσης, μειώνουν τις αναστολές και ευθύνονται για διαταραχές αντίληψης του χρόνου και του τόπου. Τα κανναβινοειδή συνήθως χρησιμοποιούνται προκειμένου να μειωθεί ο φόβος του αγνώστου και να διατηρηθεί η ψυχραιμία.

Αρνητικές επιδράσεις – Παρενέργειες: Μεγάλες ποσότητες μπορούν να βλάψουν τη νοητική λειτουργία. Ταυτόχρονα μπορεί να ελαττώσουν το συντονισμό των κινήσεων και την ικανότητα του ατόμου να εκτελεί πολύπλοκες δραστηριότητες. Οι επιδράσεις αυτές μπορούν να αποβούν καθοριστικές όσον αφορά την ικανότητα ενός αθλητή να εκτελέσει πολύπλοκες δραστηριότητες, ενώ ταυτόχρονα θέτουν σε κίνδυνο και τους συναθλητές του.

 

ΑΝΑΒΟΛΙΚΑ
Τι είναι τα Αναβολικά Ανδρογόνα Στεροειδή; Τα αναβολικά ανδρογόνα στεροειδή είναι φυσικές ή τεχνητές ενώσεις που δρουν με τρόπο παρόμοιο με την ορμόνη τεστοστερόνη. Η τεστοστερόνη προκαλεί την ανάπτυξη των ανδρικών χαρακτηριστικών του φύλου (ανδρογόνος δράση) και τη σταδιακή αύξηση του μυϊκού ιστού (αναβολική δράση).

Απαγορεύονται:

Αναβολικά Ανδρογόνα Στεροειδή:
Νανδρολόνη, Στανοζόλη, Τεστοστερόνη, Μπολντενόνη, Ανδροστενεδιόνη, Ανδροστενεδιόλη, 19-νορανδροστενεδιόνη, 19-νορανδροστενεδιόλη και DHEA (δεϋδροεπιανδροστερόνη) κ.α

Άλλοι Αναβολικοί Παράγοντες (β2-Αγωνιστές):
Κλενβουτερόλη και Ζερανόλη

Παραδείγματα ουσιών και σκευασμάτων: Μερικές αναβολικές απαγορευμένες ουσίες, όπως η ανδροστενεδιόνη και η DHEA μπορεί να βρεθούν σε προϊόντα διατροφής. Τα αναβολικά ανδρογόνα στεροειδή, που συχνά καλούνται απλά «αναβολικά στεροειδή», υπάρχουν και σε σκευάσματα για κτηνιατρική χρήση. Μερικά από τα πιο συνήθη εμπορικά σκευάσματα αναβολικών στεροειδών είναι τα παρακάτω:

Κοινόχρηστη ονομασία
Δροστανολόνη
Μεθανανδιενόνη
Μεθενολόνη
Νανδρολόνη
Οξανδρολόνη
Οξυμεθολόνη
Στανοζόλη
Τεστοστερόνη

Λόγοι χρησιμοποίησης Αναβολικών Ανδρογόνων Στεροειδών από τους αθλητές: Οι αθλητές χρησιμοποιούν τα αναβολικά ανδρογόνα στεροειδή για να βελτιώσουν την αθλητική τους επίδοση και συγκεκριμένα για να:

  • Αυξήσουν το μέγεθος, και την ισχύ των μυών τους.
  • Μπορούν να προπονούνται σκληρότερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, δηλαδή να αυξήσουν την αντοχή τους και να μειώσουν την προκαλούμενη κόπωση.
  • Αυξήσουν την επιθετικότητα και την ανταγωνιστικότητα τους.
  • Προκαλέσουν ήπιου βαθμού ευφορία.

Τα Αναβολικά Στεροειδή βοηθούν τον αθλητή να προπονείται σκληρότερα και να ανακάμπτει ταχύτερα με αποτέλεσμα την αυξανόμενη ενδυνάμωσή του. Αθλητές που προπονούνται σκληρά και κάνουν ταυτόχρονα λήψη αναβολικών στεροειδών, ίσως επωφεληθούν αν ακολουθούν ένα εντατικό πρόγραμμα προπόνησης σε συνδυασμό με μια δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνη και ενέργεια. Η ανάπτυξη λοιπόν μυϊκής δύναμης εξαρτάται από την κατάλληλη δίαιτα και το πρόγραμμα άσκησης.

Αθλητές που τα χρησιμοποιούν: Μερικές από τις πιο καταφανείς ομάδες αθλητών που εμπλέκονται στην χρήση τους είναι, οι bodybuilders, οι «αναρριχώμενοι» (φιλόδοξοι) αθλητές και οι φανατικοί της διατήρησης της φόρμας τους. Τα αναβολικά στεροειδή όλο και περισσότερο λαμβάνονται από αυτούς που επιθυμούν μια πιο μυώδη σωματική ανάπτυξη για καθαρά αισθητικούς λόγους ή αυξημένη επιθετικότητα. Οι πλειονότητα αυτών των αθλητών ασχολούνται με προπόνηση με βάρη.

Παρενέργειες Αναβολικών:

Στους άνδρες: Ακμή, αυξημένη επιθετικότητα και σεξουαλική διάθεση. Χρήση για μεγάλο διάστημα μπορεί να προκαλέσει στειρότητα και ανικανότητα, αναστολή της σπερματογένεσης, συρρίκνωση και σκλήρυνση των όρχεων, νεφρική βλάβη, γυναικομαστία, αλωπεκία, υπερτροφία προστάτη, μειωμένη παραγωγή ενδογενούς τεστοστερόνης και γοναδοτροπινών.

Στις γυναίκες: Ακμή, ανάπτυξη ανδρικών χαρακτηριστικών, μεταξύ αυτών τριχοφυΐα στο πρόσωπο και στο σώμα, βάθυνση του τόνου της φωνής, διαταραχές εμμήνου ρύσεως (περιόδου), αυξημένη επιθετικότητα και σεξουαλική διάθεση, υπερτροφία κλειτορίδας, συρρίκνωση του στήθους, αλωπεκία ανδρικού τύπου, πολύ αυξημένα επίπεδα τεστοστερόνης, μειωμένα επίπεδα ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης.

Στους εφήβους: Σοβαρή ακμή στο πρόσωπο και στο σώμα, ανδρογενής σωματοκατασκευή στις κοπέλες, αναστολή της σωματικής ανάπτυξης εξαιτίας της πρώιμης σύγκλισης των επιφύσεων των οστών*. * Οι παρενέργειες αυτές μπορεί να είναι μόνιμες.

Καρδιαγγειακές βλάβες: Σχηματισμός θρόμβων, αυξημένη πίεση αίματος, υπέρταση, ταχυκαρδία, καρδιακή προσβολή, υπερινσουλιναιμία.

Ενδοκρινικές βιοχημικές διαταραχές: Μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, αλλαγές στο λιποπρωτεϊνικό προφίλ (αλλαγές στο ισοζύγιο HDL / LDL), αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων.

Ηπατικές βλάβες: Ηπατίτιδα, καρκίνος, ίκτερος, ηπατοκυτταρικό αδένωμα.

Άλλες βλάβες: Νανισμός (πολύ μικρό ύψος).

Ψυχολογικές παρενέργειες: Κατάθλιψη, ερεθιστικότητα, αδυναμία συγκέντρωσης, επιθετικότητα, βιαιότητα, παράνοια, υπερδιέγερση.

 

ΟΡΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΕΣ ΜΕ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΔΡΑΣΗ
Κατηγορίες απαγορευμένων ορμονών και ουσιών με παρόμοια δράση:

Γοναδοτροπίνες (hCG, LH), απαγορεύεται και στους άνδρες και στις γυναίκες.
Κορτικοτροπίνες (ACTH, tetracosactide).
Αυξητική ορμόνη (GH), αυξητικός παράγοντας ινσουλινόμορφος της ινσουλίνης (IGF -1)και όλοι οι αντίστοιχοι παράγοντες απελευθέρωσης και τα ανάλογά τους.
Ερυθροποιητίνη (EPO).
ΙνσουλίνηΕπιτρέπεται μόνο για την θεραπεία αθλητών που πάσχουν αποδεδειγμένα από ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη. Είναι αναγκαία η γραπτή διάγνωση του ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη από ενδοκρινολόγο ιατρό ή τον ιατρό της ομάδας.

Δράσεις ορμονών και ουσιών με παρόμοια δράση: Οι πεπτιδικές και οι γλυκοπρωτεϊνικές ορμόνες μεταφέρουν μηνύματα σε όλο το σώμα προκειμένου να διεγείρουν ορισμένες λειτουργίες. Για παράδειγμα:

  • Προωθούν την ανάπτυξη του σώματος.
  • Επηρεάζουν τη σεξουαλική και τις άλλες συμπεριφορές
  • Ελέγχουν τον πόνο
  • Διεγείρουν την παραγωγή των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Τα ανάλογα μιμούνται την δράση των ορμονών που φυσιολογικά υπάρχουν στον σώμα. Λόγοι χρησιμοποίησής τους από τους αθλητές: Οι αθλητές ενδέχεται να χρησιμοποιούν κακώς αυτές τις ουσίες. Μερικοί από τους λόγους χρήσης είναι οι εξής:

  • Για να διεγείρουν την παραγωγή των ορμονών που φυσιολογικά υπάρχουν στο σώμα.
  • Για να αυξήσουν το μέγεθος και την δύναμη της μυϊκής τους μάζας
  • Προκειμένου να βοηθήσουν την επιδιόρθωση των ιστών, γεγονός που θα αποφέρει ταχύτερη ανάνηψη από κάποιο τραυματισμό ή την προπόνηση
  • Για να βελτιώσουν την ικανότητα του αίματος να μεταφέρει οξυγόνο
Χοριακή Γοναδοτροπίνη (hCG, Ανθρώπινη Χοριακή Γοναδοτροπίνη)
Η χορήγηση hCG, ή άλλων ουσιών με παρόμοια δράση στους άνδρες, προκαλεί αυξημένη παραγωγή τεστοστερόνης και έτσι ή χρήση της θεωρείται ανάλογη με τη λήψη τεστοστερόνης. Έχει συναγωνιστική δράση με την ωχρινοποιητική ορμόνη (LH).

Ανεπιθύμητες ενέργειες:
Στις ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνονται η διόγκωση των ωοθηκών, και η υποογκαιμία. Οι πολύδυμες κυήσεις δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Οι άνδρες μπορεί να αναπτύξουν γυναικομαστία.

Κορτικοτροπίνες (ACTH – Φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη):
Η κορτικοτροπίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται από την υπόφυση για διεγείρει την παραγωγή κορτικοστεροειδών. Η κορτικοτροπίνη βοηθάει στην αναδόμηση των τραυματισμένων ιστών και μυών, άλλά όταν χρησιμοποιείται πέραν του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος, μπορεί να προκαλέσει εκφυλισμό των μυών.

Λόγοι πρόσληψης κορτικοτροπινών από τους αθλητές:Η κορτικοτροπίνη ενδεχομένως χρησιμοποιείται αλόγιστα από τους αθλητές, προκειμένου να αποκομίσουν ένα αίσθημα ευφορίας, καθώς η κορτιζόλη διεγείρει τη φυσιολογική ανταπόκριση του οργανισμού σε οποιοδήποτε κατάσταση στρες. Η χορήγηση κορτικοτροπίνης θεωρείται ισοδύναμη με τη στοματική, ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση κορτικοστεροειδών και για αυτό απαγορεύεται.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:
Είναι ανάλογες με εκείνες των γλυκοκορτικοειδών.

Αυξητική ορμόνη (GH) & Αυξητικός παράγοντας ινσουλινόμορφος της ινσουλίνης (IGF -1):
Η αυξητική ορμόνη εκκρίνεται από την υπόφυση και διεγείρει την αύξηση των οστών, των μυών και των ιστών.

Η GH πιθανώς να χρησιμοποιείται κακώς από τους αθλητές σε μια προσπάθειά τους να προκαλέσουν μυϊκή και ιστική ανάπτυξη.

IGF -1 είναι μια ορμόνη που εκκρίνεται από το ήπαρ και άλλους ιστούς του σώματος, ως απάντηση στην GH. Η πλειονότητα των δράσεων της GH, όσον αφορά την προαγωγή της ανάπτυξης, στην πραγματικότητα οφείλεται στη δράση του IGF -1 στα κύτταρα στόχους. Η κυκλοφορούσα ποσότητα IGF -1 πρέπει να θεωρείται περισσότερο σαν ένας «δείκτης» της δράσης της GH στο ήπαρ, παρά ένας μηχανισμός με τον οποίο η GH ασκεί τις επιδράσεις της. Η κύρια δράση της αυξητικής ορμόνης είναι η διέγερση της πρωτεϊνοσύνθεσης. Είναι τόσο ισχυρή τουλάχιστον όσο και η τεστοστερόνη στον τομέα αυτό. Επιπρόσθετα προκειμένου να διεγείρει την πρωτεϊνοσύνθεση, η GH ταυτόχρονα κινητοποιεί το λίπος μέσω μιας άμεσης λιπολυτικής δράσης. Η GH έχει χρησιμοποιηθεί ως φάρμακο κατάχρησης στον αθλητισμό από τις αρχές του 1980. Λέγεται ότι πολλοί μεγάλοι αθλητές έκαναν κατάχρηση GH για πολλά χρόνια και πράγματι αρκετοί είναι αυτοί που έχουν ομολογήσει κάτι τέτοιο. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι αυτό του Ben Johnson , ο οποίος αφού του αφαιρέθηκε το χρυσό μετάλλιο επειδή βρέθηκε θετικός στα αναβολικά στεροειδή στον τελικό των 100 μέτρων στους Ολυμπιακούς της Σεούλ, παραδέχθηκε σε εκ των υστέρων έρευνα ότι έκανε χρήση GH για πολλά χρόνια (σε συνδυασμό με αναβολικά στεροειδή). Πολλά τέτοια κρούσματα έχουν έκτοτε αναφερθεί.

Λόγοι χρησιμοποίησης της GH από τους αθλητές: Οι τραυματισμοί είναι συχνοί στα περισσότερα αθλήματα και οι αθλητές πιστεύουν ότι η πρόληψη ή η αντιμετώπισή τους είναι δυνατή μέσα από μια συνετή χρήση διατροφικών συμπληρωμάτων και περισσότερο αναβολικών παραγόντων, όπως η GH . Υπάρχει επίσης η άποψη ότι η GH ίσως προλαμβάνει τα κατάγματα που προκαλούνται από φυσική πίεση και επιταχύνει τη διαδικασία επούλωσης. Από την άλλη η GH είναι διαθέσιμη σε μεγάλες ποσότητες, είναι συγκριτικά ασφαλής και δύσκολα ανιχνεύσιμη.

Παρενέργειες GH : Αλλεργικές αντιδράσεις, μυοκαρδιοπάθεια (και γενικά μυοπάθειες), υπέρταση, δυσανεξία στην γλυκόζη / σακχαρώδης διαβήτης, αυξημένη εφίδρωση, οστική υπερτροφία και αρθρίτιδα (πολλές φορές μόνιμη), οστεοπόρωση. Επιπλέον μπορεί να προκληθούν περιφερικές νευροπάθειες, σπλαχνική υπερτροφία, επιδείνωση καρδιαγγειακών παθήσεων, όγκος ή καρκίνος.

Δυσμενείς επιδράσεις – Παρενέργειες IGF -1: Η κατάχρηση IGF -1 μπορεί να προκαλέσει: τρόμο, εφίδρωση, ανησυχία, υποθερμία, ακατάσχετες επιθυμίες, επιδείνωση κάποιας καρδιαγγειακής νόσου, αναφυλλακτικό σοκ, αλλεργία στην ινσουλίνη. Ακόμα μπορούν να προκληθούν ποικίλες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα που χορηγούνται εκ των υστέρων. Η κατανάλωση αλκοόλ γενικά πρέπει να περιορίζεται. Γενικά, η λήψη υπερβολικών δόσεων IGF -1, μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία από μη καλά υπολογισμένη δόση ινσουλίνης, φτωχή πρόσληψη υδατανθράκων και απροσδόκητα μεγάλη φυσική προσπάθεια. Η χορήγηση GH και IGF -1 αυξάνει τον κίνδυνο μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών αν δεν χρησιμοποιηθούν σύριγγες μιας χρήσεως.

Φάρμακα που διεγείρουν την απελευθέρωση αυξητικής ορμόνης: Η κλονιδίνη (clonidine), η λεβοντόπα (levodopa) και η βασοπρεσίνη (vasopressin), μπορούν όλες να διεγείρουν την παραγωγή της αυξητικής ορμόνης και έχουν χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά για αυτόν ακριβώς τον σκοπό.

Ερυθροποιητίνη (EPO)
Η ερυθροποιητίνη παράγεται από τα νεφρά για να ρυθμίσει την παραγωγή των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Το 1987 η ανασυνδυασμένη EPO έγινε διαθέσιμη στην Ευρώπη, ενώ έως το 1990 (1987-1990) ένας αριθμός θανάτων Ολλανδών και Βέλγων ποδηλατών συνδέθηκε με τη χρήση της. Έτσι το 1990 η Δ.Ο.Ε απαγόρευσε τη χρήση της. Υπήρξαν περιπτώσεις χρυσών Ολυμπιονικών που βρέθηκαν θετικοί και τιμωρήθηκαν.

Μηχανισμός δράσης: Η μειωμένη παροχή οξυγόνου και / ή η αναιμία διεγείρει την παραγωγή ερυθροποιητίνης, που διαδοχικά διεγείρει την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αυτό οδηγεί σε μια αύξηση της μάζας των ερυθροκυττάρων, σε αύξηση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη. Γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να προκαλείται βελτίωση της ικανότητας μεταφοράς οξυγόνου και αύξηση της αντοχής. Παρόμοιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μέσω προπόνησης σε υψόμετρο και μετάγγισης αίματος. Η ανθρώπινη ανασυνδυασμένη ερυθροποιητίνη (r – HuEPO) χρησιμοποιήθηκε από μερικούς αθλητές, ιδιαίτερα σε αθλήματα αντοχής για να αυξήσουν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης τους.

Λόγοι χρησιμοποίησης της Ερυθροποιητίνης από τους αθλητές: Η ερυθροποιητίνη χρησιμοποιείται κακώς από τους αθλητές, για να επιφέρει αποτελέσματα παρόμοια με αυτά του ντόπινγκ αίματος. Αθλητές αντοχής, όπως μαραθωνοδρόμοι, cross country σκιέρ και ποδηλάτες κάνουν παράνομη χρήση της, με αποτέλεσμα να εμπλουτίζεται το αίμα σε οξυγόνο. Η EPO παρέχει τα οφέλη του ντόπινγκ αίματος, χωρίς τους κινδύνους που εμπεριέχει μια μετάγγιση αίματος.

Παρενέργειες: Παρενέργειες που σχετίζονται με την χρήση ερυθροποιητίνης είναι ο πονοκέφαλος, η υπέρταση και η αποπληξία. Ακόμη μπορεί να υπερφορτώσει την καρδιακή λειτουργία και να αυξήσει τον κίνδυνο σχηματισμού θρόμβων αίματος, απλασία ερυθρών αιμοσφαιρίων (ανάπτυξη αντισωμάτων), εμφράγματος, καρδιακής ανακοπής και θανάτου.

Δαρβεποετίνη άλφα (Darbepoetin alfa): Συγκρινόμενη με την rHuEPO έχει μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής στον ορό, μεγαλύτερη in vivo δραστικότητα και μπορεί όταν χορηγείται σε αραιότερα διαστήματα να επιφέρει την ίδια βιολογική απάντηση.

Ινσουλίνη:
Η ινσουλίνη όπως και η GH, έχει καταστεί μια σημαντική απειλή για τον χώρο του αθλητισμού. Η Δ.Ο.Ε έσπευσε να τις απαγορεύσει, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν μέθοδοι ανίχνευσης της κατάχρησης τους.

Ινσουλίνη & αθλητική απόδοση: Η ινσουλίνη μπορεί να αποτελέσει παράγοντα αύξησης της αθλητικής απόδοσης με διαφορετικούς τρόπους:

  • Διευκολύνοντας την είσοδο της γλυκόζης στα κύτταρα, σε ποσά μεγαλύτερα από αυτά που απαιτούνται για την κυτταρική αναπνοή, διεγείρεται ο σχηματισμός γλυκογόνου.
  • Διαμέσου της χρήσης παρόμοιων σκευασμάτων ινσουλίνης, προαγωνιστικά ή κατά τη διάρκεια της προπόνησης, είναι δυνατό να βελτιωθεί η αντοχή του αθλητή και η ικανότητα ανάνηψης μετά τον αγώνα.
  • Απ’ ότι είναι γνωστό οι body builders και οι αρσιβαρίστες κάνουν συχνές ενέσεις ινσουλίνης βραχείας δράσης σε συνδυασμό με μια δίαιτα υψηλή σε υδατάνθρακες. Μέσω αυτής της αγωγής, είναι πολύ πιθανό να αυξάνεται ο μυϊκός όγκος και η απόδοση λόγω αναστολής του καταβολισμού των μυϊκών πρωτεϊνών. Πράγματι τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι η ινσουλίνη δεν διεγείρει άμεσα την πρωτεϊνοσύνθεση.

 

β2 ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Οι β2 αγωνιστές απαγορεύονται με εξαίρεση τις: Φορμοτερόλη, Φαιντερμίνη, Σαλβουταμόλη, Σαλμετερόλη, Τερβουταλίνη οι οποίες επιτρέπονται μόνο με χρήση συσκευής εισπνοής για την πρόληψη και/ ή τη θεραπεία του άσθματος και του άσθματος που προκαλείται από την άσκηση.

 

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΜΕ ΑΝΤΙ-ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΟ ΔΡΑΣΗ
Απαγορεύονται (και σε άνδρες και σε γυναίκες).

1. Αναστολείς της αρωματάσης όπως: αναστοζόλη, λετροζόλη, αμινογλουτεμίδη, εξεμεστάνη, φορμεστάνη, τεστολακτόνη

2. Εκλεκτικοί τροποποιητές υποδοχέα οιστρογόνων όπως: ραλοξιφαίνη, ταμοξιφαίνη, τορεμιφαίνη

3. Άλλες ουσίες με αντι-οιστρογόνο δράση όπως η κλομιφαίνη και άλλες

 

ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ (ΜΑΣΚΕΣ)
Παραδείγματα τέτοιων ουσιών είναι: τα διουρητικά, η επιτεστοστερόνη (epitestosterone), η προβενεσίδη (probenecid), τα υποκατάστατα του πλάσματος (π.χ υδροξυαιθυλάμυλο).

Οι παράγοντες συγκάλυψης (μάσκες) συγκαλύπτουν την παρουσία μιας ουσίας (π,χ αναβολικών στεροειδών), στα δείγματα που προορίζονται για έλεγχο ντόπινγκ, ούτως ώστε να μην προκύπτει θετικό δείγμα. Αυτό το γεγονός μπορεί να δημιουργήσει στον αθλητή την ψευδαίσθηση ότι είναι ασφαλής και ότι δεν πρόκειται να βρεθεί θετικός σε κάποιο ενδεχόμενο έλεγχο ντόπινγκ, παραβλέποντας τους κινδύνους για την υγεία που κρύβει η χρησιμοποίηση καλυπτικών παραγόντων.

ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ
Τα φάρμακα που αυξάνουν την αποβολή των ούρων ονομάζονται διουρητικά.

Τα διουρητικά αυξάνουν τον όγκο των ούρων και συχνά μεταβάλλουν το ph και την ιοντική σύνθεση των ούρων και του αίματος, ενώ μειώνουν και την αρτηριακή πίεση. Τα διουρητικά βοηθούν στην ελάττωση των υγρών του σώματος αυξάνοντας τη διούρηση.

Παραδείγματα απαγορευμένων διουρητικών ουσιών: Ακεταζολαμίδη (acetazolamide), Βουμετανίδη (bumetanide), Χλωρθαλιδόνη (chlorthalidone), Αιθακρυνικό οξύ (ethacrynic acid), Φουροσεμίδη (furosemide or frusemide), Υδροχλωροθειαζίδη (hydrochlorothiazide), Μαννιτόλη (mannitol) (απαγορεύεται με ενδοφλέβια ένεση), Μερσαλύλη (mersalyl), Σπιρονολακτόνη (spironolactone), Τριαμτερένη (triamterene) και οι σχετικές ουσίες.

Φάρμακα που περιέχουν Διουρητικά: Διουρητικές ουσίες είναι δυνατό να περιλαμβάνουν εκείνα τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την θεραπεία της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας, των νεφρικών και ηπατικών διαταραχών καθώς και της προεμμηνορροϊκής κατακράτησης υγρών.

Λόγοι χρησιμοποίησής τους από τους αθλητές: Η κατάχρηση των διουρητικών από τους αθλητές γίνεται συνήθως για δύο βασικούς λόγους:

  • Για να επιτύχουν ταχεία απώλεια βάρους, όσον αφορά αθλήματα όπου υπάρχουν κατηγορίες βάρους, με απώτερο στόχο την συμμετοχή σε κάποια μικρότερη κατηγορία βάρους.
  • Για να αυξήσουν τον ρυθμό παραγωγής και αποβολής ούρων. Καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο τα ούρα πιο αραιά, μειώνεται η συγκέντρωση των διαφόρων ουσιών στα ούρα, γεγονός που καθιστά πιο δύσκολη την ανίχνευση απαγορευμένων ουσιών στα ούρα.

Ποιοι αθλητές τα χρησιμοποιούν; Αθλητές που κάνουν συχνότερα χρήση διουρητικών, είναι οι πυγμάχοι, οι αθλητές άλλων πολεμικών τεχνών, οι αρσιβαρίστες.

Παρενέργειες Διουρητικών:

Βραχυπρόθεσμες: Τα διουρητικά μπορούν να προκαλέσουν απώλεια βάρους, πυρετό, ούρηση κατά τη διάρκεια του ύπνου, συχνοουρία, αφυδάτωση, πονοκεφάλους, δίψα, διαταραχές στην εμμηνόρροια, απώλεια συντονισμού, ναυτία, νεφρική ανεπάρκεια, μεταβολή της όρεξης, γαστρεντερικές διαταραχές.

Μακροπρόθεσμες: Μακροπρόθεσμα μπορεί να προκληθεί νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, έκπτωση της νεφρικής και καρδιακής λειτουργίας, η οποία είναι δυνατό να αποδειχθεί θανατηφόρα. Για αυτό πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την άσκηση είναι απαραίτητο να λαμβάνονται επαρκείς ποσότητες υγρών.

 

ΓΛΥΚΟΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ
Χρήση κορτικοστεροειδών: Τα κορτικοστεροειδή είναι οι πιο ισχυροί αντιφλεγμονώδεις παράγοντες που είναι διαθέσιμοι στην ιατρική.

Ωστόσο όταν χορηγούνται συστηματικά μπορούν να προκαλέσουν ένα αίσθημα ευφορίας. Η δράση των κορτικοστεροειδών είναι σε γενικές γραμμές αναβολική στο ήπαρ (γλυκονεογένεση) και καταβολική στους μυς, στο δέρμα, στη λέμφο, στο λιπώδη και συνδετικό ιστό. Όλο το φάσμα των δράσεων και των παρενεργειών των γλυκοκορτικοστεροειδών μπορεί είτε να βελτιώσει, είτε να επιδεινώσει την αθλητική απόδοση. Αναφορικά με την πρώτη περίπτωση μεγάλες δόσεις μπορεί να συγκαλύψουν την ύπαρξη μιας ερεθισμένης άρθρωσης ή τραυματισμένου μυός, αυξάνοντας έτσι την αθλητική απόδοση σε έναν κατά τα άλλα τραυματισμένο αθλητή. Η ικανότητά τους εξάλλου να προκαλούν αύξηση της γλυκόζη στο αίμα θα μπορούσε, επιπρόσθετα, να βοηθήσει στον τομέα της αντοχής. Επίσης η επίδραση των γλυκοκορτικοστεροειδών στην αύξηση της ερυθροποίησης και διέγερσης του πρώτου σταδίου στην παραγωγή στεροειδών μπορεί να δράσει ευεργετικά όσον αφορά στην απόδοση. Από την άλλη οι παρενέργειες που ενδέχεται να προκύψουν από την αλόγιστη χρήση τους μπορεί να επηρεάσουν την αυτοσυγκέντρωση του αθλητή, την ικανότητά του να ανταποκρίνεται σε αγώνες αντοχής και να εμποδίσουν τη συμμετοχή του σε κάποιο άθλημα δύναμης.

Είδη φαρμάκων που περιέχουν κορτικοστεροειδή – Χρήσεις: Η χρήση των κορτικοστεροειδών απαγορεύεται όταν χορηγούνται από το στόμα, πρωκτικά ή με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση. Η χορήγηση επιτρέπεται για:

  • Τοπική χρήση (στον πρωκτό, στα αυτιά, στο δέρμα, στη μύτη και στα μάτια Επιτρέπονται μόνο κρέμες, αλοιφές και σταγόνες για τα μάτια).
  • Εισπνοή
  • Ενδο-αρθρικές ή τοπικές ενέσεις (στην άρθρωση ή σε μαλακό ιστό), π.χ κορτιζόνη, πρεδνιζολόνη.

Η χορήγηση κορτικοστεροειδών με μορφή δισκίου ή σιροπιού απαγορεύεται.