Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

α στοιχεία για το άρθρο αυτό δεν έχουν σκοπό να αμαυρώσουν το σύγχρονο Ολυμπιακό ιδεώδες ούτε κάποιες εκφάνσεις εκείνου του αρχαίου, όπως λόγου χάρη τους αγώνες της ποίησης αλλά απλά να απομακρύνουν τις τυφλές κατηγορίες των παγανιστών ενάντια στους Χριστιανούς, που λιθοβολούνται ως μισέλληνες επειδή ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος τους απαγόρευσε στην αρχαία Ολυμπία, ενώ συνεχίστηκαν στην Αντιόχεια.

 

 

Πρόλογος

 

Ενώ η ιεραρχία τής Ελλαδικής Εκκλησίας ζητούσε από τους πιστούς να βοηθήσουν εθελοντικά στους Ολυμπιακούς αγώνες τού 2004, οι νεοειδωλολάτρες κατηγορούσαν τους Χριστιανούς ότι δήθεν σταμάτησαν το υψηλό Ολυμπιακό ιδεώδες πριν από αιώνες. Γιατί άραγε; Βρισκόμουν πριν λίγους μήνες στη Θεία Λειτουργία, όταν ο ιερέας με αιφνιδίασε, διαβάζοντας μια ανακοίνωση από την ιεραρχία τής Ελλαδικής Εκκλησίας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ζητούσαν από τους πιστούς να βοηθήσουν εθελοντικά στους Ολυμπιακούς αγώνες τού 2004.

Τη στιγμή εκείνη αναρωτήθηκα: Τι σχέση έχουν οι Χριστιανοί με εκδηλώσεις όπου ανάβει μια ειδωλολατρική «ιερή» φλόγα, και που παρίστανται ιέρειες τής αρχαίας ειδωλολατρικής θρησκείας; Φυσικά αντιλαμβανόμουν ότι εδώ η ιεραρχία ήθελε να δείξει ότι η Εκκλησία είναι πάντα κοντά στο αθλητικό ιδεώδες, και μάλιστα όταν τελευταία την κατηγορούν ότι η Εκκλησία σταμάτησε τους αγώνες αυτούς στην αρχαιότητα. Και αντί η ιεραρχία να πει με θάρρος τι ήταν οι αρχαίοι Ολυμπιακοί αγώνες, και για ποιο λόγο σταμάτησε αυτή τη βαρβαρότητα, προτίμησε να κάνει αυτή την πολιτική κίνηση εντυπώσεων, μήπως και δυσαρεστήσει τους νοσταλγούς των αγώνων αυτών.

Βεβαίως οι σημερινοί Ολυμπιακοί αγώνες, λίγη σχέση έχουν με τους παλιούς που διέκοψε η Εκκλησία για τη βαρβαρότητά τους. Και πάλι όμως, όφειλε να αξιώσει την πλήρη απομάκρυνση των ειδωλολατρικών καταλοίπων, πριν ζητήσει από τους πιστούς της την εθελοντική βοήθειά τους στο σημερινό αθλητικό ιδεώδες. Βεβαίως αργότερα, στο εξαίρετο Συνέδριο κατά τής Νεοειδωλολατρείας, που έγινε στη Θεσσαλονίκη στο τέλος Μαϊου 2003, τονίσθηκε η βαρβαρότητα των Ολυμπιακών αγώνων τής αρχαιότητας. Όμως οι πιστοί θα περίμεναν μια πιο συνεπή συμπεριφορά από τέτοιου είδους αιτήσεις τής ιεραρχίας προς την Εκκλησία που έγιναν λίγους μήνες ενωρίτερα. Γι’ αυτό όχι μόνο αυτή η αίτηση δεν βρήκε απήχηση μεταξύ των πιστών Ορθοδόξων Χριστιανών, αλλά συζητήθηκε και με πικρία στους Χριστιανικούς κύκλους.

Θέλουμε λοιπόν με την ευκαιρία να θυμίσουμε σε αυτό το άρθρο τι σήμαιναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην αρχαιότητα για τον πολιτισμό. Τι ήταν άραγε αυτό το περίφημο «Ολυμπιακό ιδεώδες» που μας λένε διαρκώς οι διάφοροι «διαπλεκόμενοι» με αυτούς τού αγώνες; Και για ποιο λόγο οι αρχαίοι Χριστιανοί διέκοψαν αυτή τη βαρβαρότητα;

Κάποιοι μας λένε για το Ολυμπιακό ιδεώδες, για «το Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο» και για την «ομορφιά και το κάλος» των Ολυμπιακών αγώνων. Μια σειρά από επαγγελματίες «Αρχαιόπληκτους» και «Ελλαδέμπορους», προσπαθούν να καπηλευθούν την αρχαία ελληνική ιστορία για το προσωπικό τους οικονομικό και θρησκευτικό κέρδος. Όμως η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Για τους σημερινούς Ολυμπιακούς, έχουν μιλήσει άλλοι [*] , εδώ θα μιλήσουμε για τους Αρχαίους. Θα δούμε, πως η απανθρωπιά της ειδωλολατρίας, έφτανε και εκεί.

Δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες, που δεν είχαν διαπράξει φόνο ή ιεροσυλία. Απαγορευόταν η συμμετοχή στους βάρβαρους και στους δούλους. Οι γυναίκες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στους ιππικούς αγώνες μόνο ως ιδιοκτήτριες των ίππων. Όλοι όμως, εκτός από τις γυναίκες, είχαν δικαίωμα να παρακολουθήσουν τους αγώνες ακόμα και οι βάρβαροι και οι δούλοι. Η αυστηρότατη διάταξη που απαγόρευε στις γυναίκες την παρακολούθηση των αγώνων παραμένει ανεξήγητη. Σύμφωνα με τον Παυσανία η απαγορευτική διάταξη ίσχυε μόνο για τις παντρεμένες γυναίκες. Μόνο η ιέρεια της θεάς Δήμητρας Χαμύνης μπορούσε να τους παρακολουθήσει καθισμένη στο βωμό της θεάς, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του σταδίου. Η τιμωρία των γυναικών που θα παρέβαιναν τον απαγορευτικό νόμο ήταν ο θάνατος. Τις κατακρήμνιζαν από το όρος Τυπαίο που βρίσκεται νότια του Ιερού. Ωστόσο η μόνη που παραβίασε το νόμο και επιπλέον δεν τιμωρήθηκε ήταν η Καλλιπάτειρα, κόρη του ξακουστού Ολυμπιονίκη Διαγόρα, η οποία καταγόταν από γένος Ολυμπιονικών. Για το λόγο αυτό οι κριτές δεν θέλησαν να την τιμωρήσουν.

Στην είσοδο για το στάδιο της αρχαίας Ολυμπίας υπήρχαν κάποια χάλκινα αγάλματα του Δία που ονομάζονταν Ζάνες. Η κατασκευή τους έγινε με χρήματα που εισέπρατταν οι Ελλανοδίκες μετά από πρόστιμα που επέβαλαν για διάφορες παρανομίες. Για να εξασφαλίσουν τρυφηλό βίο οι επαγγελματίες αθλητές δεν δίσταζαν μπροστά σε κάθε λογής παρανομίες και ατιμωτικές πράξεις. Πουλούσαν και αγόραζαν τις νίκες στην Ολυμπία  «πωλείν τε και ωνείσθαι τα νίκας». Άλλοι για να εισπράξουν χρήματα και άλλοι για να αποφύγουν τις επικίνδυνες συγκρούσεις. Στις συναλλαγές αυτές πρωτοστατούσαν οι γυμναστές που ενδιαφέρονταν για το προσωπικό τους κέρδος «προνοούντες τού εαυτών κέρδους» Φιλόστρατος, Γυμναστικός, 43.

Σόλων, «Αρχαίον Ελληνικόν Δίκαιον», Εκδ. «Πελεία»,Αθήνα 1988, σελ. 363: Σύμφωνα με τον Σόλωνα, οι νικητές των αθλητικών αγώνων, και ειδικά των Ολυμπιακών, αμειβόντουσαν αδρά. Κανείς δεν αγωνιζόταν για ένα κλαδί ή για την (σκέτη) δόξα: Αρθ.479. «Τω Ολύμπια νικήσαντι δραχμάς πεντακοσίας δίδοσθαι. Τω Ίσθμια νικήσαντι δραχμάς εκατόν δίδοσθαι.» Αρθ.479. «Οι νικηταί των Ολυμπιακών αγώνων θέλουν λαμβάνει δι’αμοιβήν δραχμάς πεντακοσίας. Οι δε των Ισθμίων δραχμάς εκατόν.». Οι Ολυμπιακοί αγώνες ετελούντο κατά πενταετία εις την Ολυμπία πόλη της Πίσης και κατ’ άλλους εις αυτήν την ιδίαν Πίσαν. Κατ΄ αρχάς οι αγώνες ούτοι αποκαθίστανται πολυδάπανοι, διότι οι νικητές ανταμείβονταν αδρώς από το δημόσιο, αλλ’ ο Σόλων μετρίασε και τούτη την πολυτέλεια, προσδιορίσας δια μεν τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων δραχμές πεντακόσιας, δια δε των Ίσθμιων δραχμές εκατόν. «Αθληταί δε και ασκούμενοι, πολυδάπανοι, και νικώντες επιζήμιοι, και στεφανούνται κατά της πατρίδος μάλλον, ή κατά των ανταγωνιστών, γέροντές τε γινόμενοι κατά τον Ευριπίδην. Τρίβονες ελλείποντες αίχονται κρόκας» Διογένης Λαέρτιος

Κατά τον Γαληνό (Προτρεπτικός επί τας τέχνας 9-14), ο αθλητισμός καλλιεργούσε την απάτη. Η σκληρή άσκηση τού σώματος δεν καθιστούσε τους ανθρώπους ισχυρότερους από τα πλάσματα τού ζωικού κόσμου, ενώ θα έπρεπε να τιμώνται για τις επιτυχίες τους στον πολιτισμό των τεχνών «τών ανθρώπων γαρ αρίστους θεία αξιωθήναι τιμή, ουχ ότι καλώς έδρασαν εν τοις αγώσιν, αλλά δια την από τών τεχνών ευεργεσίαν». Όλα τα φυσικά αγαθά είναι ή πνευματικά ή σωματικά. Δεν υπάρχει άλλη κατηγορία αγαθών. Τέτοια αγαθά δεν ονειρεύονται ποτέ οι αθλητές. Δεν έχουν λογική. Συσσωρεύουν διαρκώς σάρκες και αίμα και κρατούν το πνεύμα νεκρό όπως τα ζώα. «Σαρκών γαρ αεί και αίματος αθροίζοντες πλήθος, ως εν βορβόρω πολλώ την ψυχήν εαυτών έχουσιν κατασβεσμένην, ουδέν ακριβώς νοήσαι δυναμένην, αλλ’ άνουν, ομοίως τοις αλόγοις ζώοις». Ο Γαληνός θυμίζει τα λόγια τού Ιπποκράτη, ότι «Υγεία σημαίνει ελεγχόμενη τροφή και εργασία. Χρειάζεται παντού μέτρο», και λέει ότι αντιθέτως, δεν υπάρχει πιο ανασφαλής κατάσταση από την υγεία των αθλητών «παν γαρ, φησί, το πολύτη φύσει πολέμιον». Ο Γαληνός παρομοιάζει το βίο των αθλητών αυτών με γουρουνιών, με τη διαφορά ότι τα γουρούνια, δεν κοπιάζουν, ούτε τρώνε με το ζόρι «ώστε εοικέναι τον βίον αυτών υών διαγωγή».

 

Μεγάλο οικονομικό παζάρι

 

Οι ύμνοι τού Πινδάρου προς τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων αποτελούσαν όλοι προϊόν εξαγοράς. Όσοι ατυχούσαν στους Ολυμπιακούς και άλλους αγώνες, γύριζαν στην πατρίδα τους εξευτελισμένοι και περιφρονημένοι. Κρύβονταν σε στενά δρομάκια για να αποφύγουν τους εχθρούς τους χάριν τής αποτυχίας τους «κατά λαύρας δ’ εχθρών απάοροι πτώσσοντι, συμφορά δεδαγμένοι» (Πίνδαρος, Πυθιονίκες 8). Ο Πίνδαρος, χάριν αδρής χρηματικής αμοιβής, δοξολογεί ακόμα και τύραννους όπως τον Ιέρωνα των Συρακουσών και τον Θήρωνα τού Ακράγαντος, που νίκησαν με εξαγορά των αγώνων πληρώνοντας τους αντιπάλους τους αλλά και τους ελλανοδίκες. Το 488 π.Χ. ο Ιέρων «νίκησε» στους ιππικούς αγώνες των Δελφών και το 476 στην Ολυμπία χωρίς προσωπική ανάμιξη στις αναμετρήσεις, και ο Πίνδαρος τον υμνεί ότι «κορφολογάει τις αρετές» (Πίνδαρος, Ολυμπιονίκες 1, στ. 17-20).Μάλιστα ο Πίνδαρος υμνεί ακόμα και νικητές τού βάρβαρου αθλήματος τού Παγκρατίου, όπως τον Πυθέα στα Νέμεα (Πίνδαρος, Ολυμπιονίκες 1).

Το 372 π.Χ. (102η Ολυμπιάς), ένας ελλανοδίκης, ο Τρωίλος, έλαβε μέρος σε αρματοδρομία, ενώ απαγορευόταν η συμμετοχή κριτών στους αγώνες(Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, VΙ, 1, 51). Φυσικά ανακηρύχθηκε Ολυμπιονίκης, και στήθηκε ανδριάντας του στο Άλτι τής Ολυμπίας. Δύο ελλανοδίκες, μετά από μυστικές συναλλαγές, ανακήρυξαν ολυμπιονίκη τον Ευπόλεμο. Όμως έγινε γνωστό, και καταδικάστηκαν σε πρόστιμο από τη Βουλή των αγώνων σε πρόστιμο (Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, VΙ, 3, 7). Κατά τον Πλούταρχο, (Περί δυσωπίας 17, 535 c). Οι ελλανοδίκες χάριζαν στεφάνουςνίκης, ύστερα από δωροδοκίες και άλλες ανήθικες συναλλαγές, σε πρόσωπα άσχετα με τις αναμετρήσεις.

Πολλοί αθλητές δωροδοκούσαν τους αντιπάλους τους για να αναδειχθούν ολυμπιονίκες. Το 388 (98η Ολυμπιάς), ο Θεσσαλός πυγμάχος Εύπωλος δωροδόκησε τους τρεις αντιπάλους του (Παυσανίας, Ελλάδος Περιηγήσεις V, 21, 5). Ανάμεσα σε αυτούς «που τα πιάσανε», ήταν και ο νικητής των προηγουμένων αγώνων.

Τον στέφανο τής νίκης, γράφει ο Φιλόστρατος, μπορεί κανείς ελεύθερα να τον πουλάει και εξίσου ελεύθερα να τον αγοράζει  «στέφος δε Απόλλωνος ή Ποσειδώνος άδεια μεν αποδίδοσθαι, άδεια δε ωνείσθαι» (Φιλόστρατος, Γυμναστικός 45).

Μπορούμε να αναφέρουμε πολλά ακόμα δείγματα δωροδοκίας μεταξύ αθλητών ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΑΝΤΙΛΗΠΤΑ Η ΔΙΑΣΩΘΗΚΑΝ ΩΣ ΣΗΜΕΡΑ. Ας δούμε και μερικά άλλα στοιχεία.

 

Αγοραπωλησίες αθλητών

 

Ο τύραννος Ιέρων των Συρακουσών, τέσσερα χρόνια μετά τη νίκη τού Κροτωνιάτη Άστυλου στην Ολυμπία, το 488, τον εξαγόρασε να εμφανισθεί στους επόμενους αγώνες ως Συρακούσιος. Έτσι το 484 νίκησε για τις Συρακούσες. (Παυσανίας VI 13,1). Ο Κρητικός Σωτάδης νίκησε στον δόλιχο κατά την 99η Ολυπιάδα. Στους επόμενους αγώνες, εξαγοράσθηκε από την Έφεσο με πολλά χρήματα και εμφανίσθηκε στην Ολυμπία ως δικός της αθλητής. (Παυσανίας VI 18,6).

Τους Ολυμπιονίκες τους χρησιμοποιούσαν οι πόλεις ως διπλωμάτες, ως αποικιοκράτες και στρατηγούς. Έστηναν ανδριάντες τους όχι μόνο στη δική τους πόλη, αλλά και στην Ολυμπία για διαφήμιση. (Παυσανίας VI 1 – 18).

Κατά τον Φιλόστρατο οι αθλητές τής εποχής του (3ος αιώνας μ.Χ.) κολυμπούσαν στην πολυτέλεια και την εξουσία. Δέχονταν δωροδοκίες επειδή χρειάζονταν χρήματα για το σπάταλο βίο τους και άλλοι δωροδοκούσαν συναθλητές τους, επειδή δεν είχαν δυνατότητες να διεκδικήσουν τη νίκη «Οι μεν γαρκαι αποδίδονται την εαυτών εύκλειαν, δι’ οίμαι, το πολλών δείσθαι, οι δε ωνούνται το μη ξυν πόνω νικάν δια το αβρώς δαιτάσθαι» (Φιλόστρατος, Γυμναστικός, 45).

 

Το ήθος των αγώνων

 

Σε νόμισμα της Βέροιας εικονίζεται άνδρας με μαστίγιο, βοηθός αγωνοθετών. Νομίσματα τής Περγάμου και τής Λυδίας είχαν παραστάσεις μαστιγοφόρων, που μαστίγωναν τους κακοήθεις αθλητές. Τον 5ο αιώνα π.Χ. (456 και 452) στους αγώνες πάλης, ο Λεοντίσκος από τη Μεσσήνη, αδυνατώντας να καταρρίψει τον αντίπαλό του, άρπαξε τα δάχτυλά του και τα σύνθλιψε, με συνέπεια εκείνος, ύστερα από τα πολλά κατάγματα, να εγκαταλείψει τον αγώνα. Με αυτό τον τρόπο, ανακηρύχθηκε δύο φορές Ολυμπιονίκης, και του έστησαν και ανδριάντα στο Ρήγιον. Δεδομένου ότι στην Ολυμπία ανακαλύφθηκε επιγραφή που απαγόρευε να συντρίβουν τα δάχτυλα των αντιπάλων. (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις VI, 4,30).

 

Μας πληροφορεί ο Λουκιανός στο αποκαλυπτικό έργο του «Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων»: «Πες μου Σόλων, γιατί η νεολαία τής Αθήνας συνηθίζει αυτές τις αχρειότητες; Συμπλέκονται, βάζουν τρικλοποδιές, προσπαθούν να πνίξουν ο ένας τον άλλον σφίγγοντας τον λαιμό του, στριφογυρίζουν το σώμα, βυθίζονται στη λάσπη, κυλιούνται εκεί σαν τα γουρούνια. Σπρώχνονται, χαμηλώνουν τα κεφάλια και χτυπούν ο ένας τον άλλον σαν κριάρια. Κοιτάξτε! Αυτός εκεί άρπαξε τον άλλο από τα πόδια και τον τίναξε στο χώμα, πέφτει απάνω του και τον βυθίζει στη λάσπη. Και τώρα, τύλιξε τη μέση τού άλλου με τα πόδια περνάει τον βραχίονά του κάτω από τον λαιμό του και σφίγγει τον άμοιρο και ο άλλος τον χτυπάει στον ώμο, ικετεύοντας φαντάζομαι, να μη τον πνίξει τελείως» (Λουκιανός «Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων» 1).

Ποίηση, τέχνη και παράδοση συνεργάζονται στον αφηρωισμό και στην αποθέωση των αθλητών και ανοίγουν τον δρόμο της εκτροπής από το γνήσιο αθλητικό πνεύμα. Ο απέραντος θαυμασμός προς το πρόσωπο του ολυμπιονίκη και η αίγλη που τον περιβάλλει, οι τιμές, οι διακρίσεις και τα οικονομικά οφέλη που αποκτά, δημιουργούν γρήγορα κρίση στο αθλητικό ήθος. Ο αθέμιτος συναγωνισμός, η δωροδοκία των αντιπάλων κατά τον Δ΄ αιώνα π.Χ. και η εξαγορά ανήθικων αθλητών, που καταπατώντας τον όρκο τους δέχονται να εμφανισθούν ως εκπρόσωποι άλλης πόλεως, είναι οι βαριές ηθικές επιπτώσεις του επαγγελματισμού στον αθλητισμό και συμπτώματα της γενικής κρίσεως ηθών και αξιών, που ακολούθησε τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Τότε εμφανίζεται, για πρώτη φορά, μια νέα τάξη αθλητών, που θέτει ως αποκλειστικό σκοπό την επιτυχία. Ο σκληρός συναγωνισμός δημιουργεί την ειδίκευση σε ορισμένο αγώνισμα, που προϋποθέτει ριζική αλλαγή των συντελεστών της σωματικής αγωγής και συστηματοποίηση της προετοιμασίας, της δίαιτας και του τρόπου ζωής. Με το ήθος του αθλητή αλλάζει και ο σωματικός του τύπος, όπως δείχνουν και τα έργα τέχνης, και η παλαιά εκείνη αρμονική ισορροπία του σώματος και του πνεύματος παραχωρεί τη θέση της σε μια δυσανάλογη μυϊκή έμφαση των μελών. Η μεγάλη δημοτικότητα που αποκτούν τα βαρέα αγωνίσματα (πάλη, παγκράτιο, πυγμή) δημιουργεί τον πιο δημοφιλή τύπο αθλητή, τον παλαιστή, παγκρατιαστή και πυγμάχο, που με την κρεατοφαγία και τον συστηματικό υπερσιτισμό (αναγκοφαγία) αποκτά υπερφυσική δύναμη και δύσμορφη εμφάνιση. Έτσι εμφανίζονται οι επαγγελματίες αθληταί, που κυριαρχούν στους πανελλήνιους και τοπικούς αγώνες και στις πανηγύρεις. Η εμφάνισή τους απεθάρρυνε τους ερασιτέχνες αθλητές και κατέστρεψε τις ευγενικές φιλοδοξίες και τις αγνές χαρές τους. Η αναμέτρηση μαζί τους ήταν μάταιη πια. Οι ερασιτέχνες αθληταί άρχισαν σιγά – σιγά να απέχουν από τους τόπους ασκήσεως και στους αγώνες να προτιμούν τον ρόλο του θεατή από τον ρόλο του ανταγωνιστή. Την ώρα εκείνη το μοιραίο τέλος της ευγενικής άμιλλας και του γνήσιου αθλητισμού είχε πιά σημάνει.(Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδ. Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, Αθήνα, τ. Β, σελ. 496)

 

Η Πυγμαχία

 

Ο μυθιστοριογράφος Απολλόδωρος αναφέρεται στον Ηρακλή που τσάκιζε τα πλευρά των αντιπάλων του, υπόδειγμα «ηρωικό» για τους αθλητές των Ολυμπιάδων.

Σε επιγραφή που βρέθηκε στη Θήρα, γράφει ότι η νίκη στην πυγμαχία «κερδίζεται με αίμα». Ο Αρτεμίδωρος γράφει για την πυγμαχία: «Οι αγώνες με γρονθοκοπήματα είναι βλαβεροί για όλο τον κόσμο. Δεν αποτελούν μόνο καταισχύνη, προκαλούν και συμφορές. Το πρόσωπο παραμορφώνεται και τρέχουν αίματα».

Κατά τη Μινωική εποχή, τα χειρόκτια της πυγμαχίας ήταν ενισχυμένα με σκληρά επιθέματα, και σε τοιχογραφία τής Θήρας, φαίνεται ότι φορούσαν στο κεφάλι κράνος κατά το 1500 π.Χ.

Στα Ομηρικά έπη, η πυγμαχία είναι καταστροφική αναμέτρηση, κάτι που μας δείχνει πώς συνέβαινε στην αρχαία Ελλάδα. Ο Οδυσσέας αντιμετωπίζει στην Ιθάκη τον ζητιάνο Ίρο. Τον χτυπάει κάτω από το αφτί, του θρυμματίζει τα οστά, και πλημμυρίζει το στόμα τού Ίρου με αίμα. (Οδύσσσεια Σ. στ. 95 – 98).

Από τον 4ο αιώνα π.Χ., αντί για γυμνά χέρια που υπήρχαν πριν, η πυγμαχία γινόταν με δέσιμο των δακτύλων, δήθεν για προστασία των δακτύλων. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι τύλιγαν τα τέσσερα δάχτυλα με μικρή παχιά δερμάτινη λωρίδα. Μετά όμως κάλυπταν ολόκληρη τη γροθιά με ιμάντες από βόδια, για να καταφέρουν ισχυρά πλήγματα στους αντιπάλους τους. (Φιλόστρατος, Γυμναστικός 10).

Στη Ρωμαιοκρατία οι πυγμάχοι χρησιμοποιούσαν χειρόκτια ενισχυμένα με κόμβους από σίδηρο και μολύβι. Ήταν ο λεγόμενος caestus. (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Η, 48).

Ο Πλάτων, αναφέρει τις «σφαίρες» των πυγμαχικών χειροκτίων, που αντικατέστησαν τους ιμάντες. (Πλάτων Νόμοι, 830Β. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 2, VI, 23). Χρησιμοποιούσαν επίσης από τον 3ο π.Χ. αιώνα «ιμάντες οξείς», που είχαν μεταλλικές ακίδες στα δερμάτινα καλύμματα των χεριών. Ονομάζονταν «μύρμηγκες», επειδή προκαλούσαν πληγές μυρμιγκικού σχήματος, όπως και τα Ρωμαϊκά, και ακολουθούσε σφαγή «Ιμάς οξύς επί τω καρπώ τής χειρός εκατέρας», «Πυγμαχίης δ’ ώνδινε φόνος διψώσαν απειλήν ιγνιστόρους μύρμηκας εμαίνετο χερσίν ελίσσων. Πυγμάχου δ’ ώδινε φόνου διψώσαν απειλήν». Σκληροί ιμάντες με μεταλλικά επιθέματα, τύλιγαν τα χέρια ως τον αγκώνα, μετατρέποντας τα σε συντριπτικό ρόπαλο. Στον 6ο αιώνα π.Χ. γράφει ο Παυσανίας, δεν χρησιμοποιούσαν τους οξείς ιμάντες, αλλά τις «μειλίχες» που τραυμάτιζαν και προκαλούσαν κατάγματα (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, VIII, 40,3).

Ο Ευρυδάμας από την Κυρήνη νίκησε στην πυγμαχία, όμως ο αντίπαλός του, του τσάκισε τα δόντια, και για να μη φανεί, τα κατάπιε όλα. (Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, 10,19). Το 496 π.Χ., ο πυγμάχος Κλεομήδης από την Αστυπάλαια, σκότωσε τον Επιδεύριο Ίκκο. Τον χτύπησε στο πλευρό, του προκάλεσε άνοιγμα, βύθισε το χέρι του μέσα, και του ξερίζωσε τον πνεύμονα. Επειδή δεν αναγνωρίσθηκε η νίκη του, γύρισε στο νησί, μπήκε σε σχολείο που διδάσκονταν 60 παιδιά, γκρέμισε το στύλο που στερέωνε την οροφή, με αποτέλεσμα να γκρεμιστεί το σχολείο και να πεθάνουν όλοι οι μαθητές. Οι Αστυπαλαιείς πήγαν στο Μαντείο των Δελφών, που πήραν την εξής απάντηση: «Ο Κλεομήδης είναι ο τελευταίος ήρωας. Να τον τιμάτε με θυσίες γιατί δεν είναι θνητός». (Παυσανίας Ελλάδος, Περιήγησις, V, 2, 6-8. Ευσέβιος, Ευαγγελική Προπαρασκευή Ε, λβ΄).

Προστάτης θεός τής Πυγμαχίας ήταν ο Απόλλων, και για το λόγο αυτό ονομαζόταν και «Πύκτης» (Ιλιάς 23, στ. 660).

 

Το βίντεο του μοιραίου αγώνα. Καρέ – Καρέ τα χτυπήματα που σκότωσαν τον πυγμάχο. [Ακόμη και σήμερα άνθρωποι πεθαίνουν ή σπάνε κόκαλα στον λεγόμενο «αθλητισμό», που υποτίθεται βοηθά την υγεία, της πυγμαχίας του πήκτη Απόλλωνα ] (Πηγή:  http://www.espressonews.gr/)

 

 

 

Το απάνθρωπο Παγκράτιο

 

Το Παγκράτιο δεν ήταν περιθωριακό άθλημα των Ολυμπιακών αγώνων. Στην Ολυμπία θεωρούσαν το Παγκράτιο ως το ωραιότερο άθλημα, και στους βαρβάρους αυτούς αθλητές, έφτιαχναν ανδριάντες προς τιμήν τής κτηνωδίας τους. (Φιλόστρατος, Εικόνες, 2).

Κατά τη συμπλοκή δύο Λακεδαιμονίων Παγκρατιστών, ο ένας αφού άρπαξε τον αντίπαλο από τον λαιμό, τον στριφογύρισε και τον πέταξε κάτω. Εκείνος δάγκωσε τον βραχίονα τού άλλου. Και ο ανταγωνιστής του φώναξε: «Δαγκώνεις Λάκωνα όπως οι γυναίκες!», «Όχι, δαγκώνω όπως τα λιοντάρια», είπε ο άλλος. (Πλούταρχος αποφθέγματα Λακωνικά, 234,44).

Ο Αθηναίος κυνικός φιλόσοφος Δημώναξ συγκλονίσθηκε αντικρίζοντας έναν Παγκρατιστή να δαγκώνει σαν λιοντάρι. (Λουκιανός Δημώναξ 49).

Σε δύο αγγεία παριστάνονται δύο Παγκρατιστές, να βγάζουν με το δάχτυλο τα μάτια των αντιπάλων. (Πηγή: Κ. Σιμόπουλου: «Μύθος απάτη και βαρβαρότητα οι Ολυμπιάδες», σελ. 97).

Στην πάλη όπως και στο Παγκράτιο, επιτρεπόταν ακόμα και ο στραγγαλισμός τού αντιπάλου. Οποιαδήποτε αγριότητα ήταν θεμιτή: κατάγματα, συντριβή χεριών, ποδιών, πλευρών, ακόμη και σπονδύλων. Αυτό λεγόταν «αθλητική παιδεία» και «αθλητικό ιδεώδες».

Οι αγώνες τού Παγκρατίου πρωτοφαρμόσθηκαν το 648 π.Χ. (33η Ολυμπιάς), και το 200 π.Χ. (145η Ολυμπιάς) επεκτάθηκαν και στα παιδιά. Σκέψου γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους να σακατευτούν σε αυτό το βάρβαρο άθλημα! (Φιλόστρατος, Γυμναστικός, 45). Τα πάντα επιτρέπονταν. Να εξαρθρώνεις, να τσακίζεις κόκαλα, να στραγγαλίζεις, να θανατώνεις με όλα τα μέσα. Συνηθίζονταν κλωτσιές στο γόνατο ή στα γεννητικά όργανα όπως προκύπτει από παραστάσεις αγγείων τής εποχής. Από τον 6ο π.Χ. αιώνα, μπορούσε ο ένας να πιέσει το πρόσωπο τού άλλου στην άμμο, ώστε να τον αναγκάσει να την καταπιεί ή να την αναπνεύσει. (Λουκιανός, Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων, 3).

Η πρώτη συνέπεια τού Παγκρατίου κατά τον Φιλόστρατο, ήταν η στρέβλωση των χεριών και των ποδιών. (Φιλόστρατος, Εικόνες, Ι 6, ΙΙ 6). Τα τελικά αποτελέσματα ήταν ο στραγγαλισμός του αντιπάλου, που ενθουσίαζε τους θεατές. Οι Ηλείοι, γράφει ο Φιλόστρατος, επαινούν το πνίξιμο στο Παγκράτιο.(Φιλόστρατος, Εικόνες, ΙΙ, 6).

Γράφει ο Λουκιανός: «Στέκονται όρθιοι, ρίχνονται ο ένας πάνω στον άλλο και χτυπούν με χέρια και με πόδια. Ο ένας φτύνει ο δύστυχος τα τσακισμένα δόντια του καθώς γέμισε το στόμα του από αίμα και άμμο ύστερα από γροθιά στο σαγόνι. Βλέπει τις συμφορές ο άρχοντας αλλά δεν δίνει εντολή να σταματήσει και να καταργηθεί ο αγώνας. Αντίθετα ενθαρρύνει τους παγκρατιστές και επαινεί εκείνος που κατάφερε το τρομακτικό χτύπημα» (Λουκιανός, Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων, 3).

Οι Λακεδαιμόνιοι παγκρατιστές, κατασπάρασσαν τον αντίπαλο με δόντια και με νύχια, τον τύφλωναν βγάζοντας τους βολβούς των ματιών του.(Φιλόστρατος, Εικόνες στ΄ ). Ο σοφιστής Ιούλιος Πολυδεύκης (2ος αιώνας μ.Χ.) γράφει ότι παγκράτιο και παγκρατιστής σημαίνουν στραγγαλισμό, πνίξιμο, κλωτσιές και γροθιές. (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν, 3, 150).

Ο Αρραχίων, του οποίου άγαλμα είχε στηθεί στην αγορά τής Φιγαλείας, κατά την αναμέτρησή του με αντίπαλο παγκρατιστή, ακινητοποιήθηκε αιχμάλωτος ανάμεσα στα πόδια τού άλλου, ενώ εκείνος προσπαθούσε να τον πνίξει σφίγγοντας με τα χέρια το λαιμό του. Κατόρθωσε ο Αρριχίων να συντρίψει ένα δάχτυλο τού ποδιού τού αντιπάλου, και αμέσως ξεψύχησε. (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, VIII, 40, 2).

Σε άλλη περίπτωση, οι δύο αντίπαλοι παγκρατιστές Κρεύγας ο Επιδάμνιος, και ο Συρακούσιος Δαμόξενος, συμφώνησαν μετά από πολύωρη πάλη χωρίς νικητή, να χτυπήσει ο ένας τον άλλο, που θα παρέμενε όρθιος και ακίνητος. Ο Κρεύγας χτύπησε τον Δαμόξενο στο κεφάλι, χωρίς επικίνδυνες συνέπειες. Ο Δαμόξενος, χτύπησε τον Κρεύγα στο πλευρό με τεντωμένα δάχτυλα, διαπέρασε τα σπλάχνα, και τα ξερίζωσε με τα χέρια του. Ο Κρεύγας ξεψύχησε αμέσως. (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, VIII, 40).

 

Ο μύθος της Ολυμπιακής Εκεχειρίας:

 

Η εκεχειρία (όχι «ειρήνη» όπως κακώς παρερμηνεύεται για προφανείς λόγους εξαπάτησης), ίσχυε ΜΟΝΟ για την περιοχή της Ηλείας. Έξω γινόταν χαμός από σφαγές, σε σημείο που οι κάτοικοι να κυκλοφορούν οπλισμένοι. Όμως ΟΥΤΕ στην Ηλεία γινόταν σεβαστή αυτή η εκεχειρία, από τους ίδιους τουςΈλληνες. Οι Ολυμπιακοί αγώνες αποτελούσαν και αίτια πολιτικοστρατιωτικών συγκρούσεων. Στον Ζ΄ αιώνα π.Χ. οι πόλεις Ήλις και Πίσα διεκδικούσαν τον έλεγχο τού ολυμπιακού χώρου όπου κυριαρχούσε ο ναός τού Διός. Η κυριαρχία στην Ολυμπία εξασφάλιζε γόητρο, πολιτική επιρροή και κυρίως πλούσια οικονομικά ωφελήματα. Κατά τον Παυσανία, ο Φείδων, τύραννος τού Άργους, καλείται το 668 π.Χ. από τους άρχοντες της Πίσας, εχθράς των Ηλείων, για στρατιωτική επέμβαση και κατάληψη των ιερών τής Ολυμπίας με σκοπό να αναλάβουν οι Πισαίοι την οργάνωση και εκμετάλλευση των αγώνων. Μετά την κατάληψη τής Ολυμπίας οι Πισαίοι, με μονάρχη τον Πανταλέοντα, θα επιβλέψουν – με επικεφαλής τον τύραννο Φείδωνα – και θα εκμεταλλευθούν τους αγώνες τής 34ης Ολυμπιάδος. (Για τον τύραννο Φείδωνα γράφει ο Ηρόδοτος: «υβρίσαντος μέγιστα δη Ελλήνων απάντων, ος εξαναστήσας τους Ηλείων αγωνοθέτας αυτός τον εν Ολυμπίη αγώνα έθηκε». Μούσαι VI, 127). Η κυριαρχία ωστόσο τών Πισαίων θα ανατραπεί το 664 π.Χ. και οι Ηλείοι θα αναλάβουν και πάλι τον έλεγχο τής Ολυμπίας.

Οι άρχοντες της Ήλιδος καθιέρωσαν την περίφημη «ιερά εκεχειρία» κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων, ανακωχή δηλαδή περιοδική για την προστασία της περιοχής από στρατιωτικές εισβολές. Κάθε τετραετία, πριν από την έναρξη των αγώνων, «κήρυκες» ξαποστέλλονταν σ’ ολόκληρο τον ελληνικό χώρο εξαγγέλλοντας τις επικείμενες τελετές και συγκεντρώσεις και υπενθυμίζοντας την ολυμπιακή «εκεχειρία» διαρκείας τριών μηνών, για προστασία των αθλητών, των θεατών και των «επισήμων». Η εκεχειρία στην Ολυμπία καθιερώθηκε ύστερα από συμφωνία των βασιλέων τής Ήλιδος Ίφιτου και τής Πίσας Κλεοσθένη. Τη συμφωνία αυτή προσυπέγραψε και ο Λυκούργος τής Σπάρτης (Fragmenta Graeca Historica, II).

Οι κάτοικοι της Ήλιδος έδειχναν με υπερηφάνεια το τεκμήριο της συμφωνίας για εκεχειρία μεταξύ Ίφιτου και Λυκούργου, ύστερα από χρησμό των Δελφώνκατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών. Υπήρχε ο περίφημος δίσκος τού Ίφιτου στον οποίο είχε χαραχθεί κυκλικά η συμφωνία εκεχειρίας «ο δε τού Ιφίτου δίσκος την εκεχειρίαν… ουκ ές ευθύ έχει γεγραμμένην, αλλά ές κύκλου σχήμα» (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις V, 20,1). Το επιβεβαιώνει ο Αριστοτέληςπου ισχυρίζεται ότι είδε τον δίσκο (Πλούταρχος, Λυκούργος Ι, 1). Οι σύγχρονες όμως αρχαιολογικές έρευνες δεν θεωρούν αυθεντικό τον δίσκο. Φαίνεται ότι επινοήθηκε από τους Ηλείους που φιλοδοξούσαν, με τον δήθεν γνήσιο δίσκο, να νομιμοποιήσουν τους Ολυμπιακούς αγώνες που εκμεταλλεύονταν για οικονομικούς και πολιτικοστρατιωτικούς λόγους.

Η εκεχειρία καθιερώθηκε επειδή ολόκληρος ο Ελληνικός χώρος συνταρασσόταν από πολυαίμακτες συρράξεις μεταξύ διαφόρων πόλεων. Η άφιξη στην Ήλιδα αποτελούσε μια λίαν επικίνδυνη περιπέτεια. Η Ηλεία εμφανιζόταν ως ουδέτερος χώρος και η Ολυμπία ως «ιερά ζώνη τού Διός». Μια περιοχή αποστρατιωτικοποιημένη. Κατά τον Στράβωνα είχε συμφωνηθεί να αντιμετωπίζονται ως ιερόσυλοι όχι μόνο εκείνοι που θα αποτολμούσαν ένοπλη εισβολή, αλλά και εκείνοι που δεν θα κινητοποιούσαν τις δυνάμεις τους για υπεράσπιση του Ολυμπιακού χώρου «τον δ’ επιόντα επί την χώραν ταύτην μεθ’ όπλων εναγή είναι, ως δ’ αύτως εναγή και τον μη επαμύναντα εις δύναμιν» (Στράβων, Γεωγραφικά, Η΄, C 358). Επομένως η Ηλεία χρειαζόταν δύναμη προστασίας σε περίπτωση παραβίασης της εκεχειρίας. Τον ρόλο στρατιωτικής προστασίας ανέλαβε αρχικά η Σπάρτη. Κατά την εισβολή του τυράννου Φείδωνος και των Πισατών και την κατάληψη του Ολυμπιακού χώρου έσπευσαν οι Σπαρτιάτες στο πλευρό των Ηλείων και κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους Αργείους και Πισάτες. (Στράβων, Γεωγραφικά, VIII, 3, 33. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, VI, 22,2, Ηρόδοτος, Μούσαι, VI, 127, 3).

Το 420 π.Χ. οι Σπαρτιάτες ποδοπάτησαν με αγριότητα την εκεχειρία – αρχικά είχε διάρκεια ενός μηνός και ύστερα τεσσάρων μηνών – που αφορούσε ΜΟΝΟ την Ήλιδα, ενώ παντού διεξάγονταν πόλεμοι (Θουκιδίδης, Ιστορία τού Πελοποννησιακού Πολέμου, Ε, 49). Εισέβαλαν στην Ήλιδα κατά τη διάρκεια τής εκεχειρίας με 1000 οπλίτες και κατέλαβαν το Λέπραιον. Ήταν μια απειλητική για τους Ολυμπιακούς αγώνες ενέργεια. Οι Ηλείοι απαγόρευσαν στους Λακεδαιμόνιους να εισέλθουν στον ιερό χώρο και δεν επέτρεψαν ούτε θυσίες να προσφέρουν ούτε να μετάσχουν στους αγώνες αν δεν καταβάλουν το πρόστιμο 200.000 δραχμές – 200 για κάθε οπλίτη – που επέβαλαν για την εισβολή (Θουκιδίδης, Ιστορία τού Πελοποννησιακού Πολέμου, Ε, 49). Θα απαγορευθεί επίσης η συμμετοχή τους στους Ολυμπιακούς αγώνες. Οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να καταβάλουν τη χρηματική ποινή.

Όπως ιστορεί ο Στράβων οι πόλεις τής Πελοποννήσου πολεμούσαν διαρκώς μεταξύ τους «τών γαρ άλλων πολεμούντων αεί προς αλλήλους» (Στράβων, Γεωγραφικά, Η΄, C 358). Οι ξένοι ένοπλοι που διέσχιζαν την Ηλεία παρέδιδαν κατά την είσοδο τα όπλα τους και τα παραλάμβαναν κατά την έξοδο από τα σύνορα «τα όπλα παραδίδοντας απολαμβάνειν μετά την εκ τών όρων έκβασιν» (Στράβων, Γεωγραφικά, Η΄ C 358). Αυτό σημαίνει ότι και οι πολίτες κατέχονταν από τον τρόμο των συρράξεων και κυκλοφορούσαν παντού και πάντοτε ένοπλοι. Το 404 π.Χ. μετά το τέλος τού Πελοποννησιακού πολέμου, οι Σπαρτιάτες επιχειρούν νέα εκδικητική εισβολή στην Ηλεία εξαιτίας τής αποτυχημένης εκστρατείας τού 420. Εισέβαλε στην Ήλιδα ο βασιλιάς των Λακεδαιμονίων Άγις. Ο μονάρχης θυσίασε για επιδεικτικούς λόγους στον ιερό χώρο τής Ολυμπίας και εξόρμησε στο εσωτερικό της χώρας. Κατέστρεψε τα δάση προκαλώντας πυρκαγιές αφανίζοντας τον ζωικό κόσμο και αιχμαλωτίζοντας πάμπολλους κατοίκους «επορεύετο κόπτων και κάων την χώραν και υπέρπολλα μεν κτήνη, υπέρπολλα δε ανδράποδα ηλίσκετο εκ τής χώρας» (Ξενοφών, Ελληνικά, Γ΄, 2, 26). Ύστερα από την εισβολή η Ήλις παρεχώρησε δικαίωμα στη Σπάρτη για συμμετοχή στους Ολυμπιακούς αγώνες – είχε απαγορευθεί κατά την προηγούμενη πολεμική βαρβαρότητα – και διακήρυξε ότι… παρανόμως είχε επιβάλλει αποκλεισμό τής Σπάρτης από τους αγώνες το 420 π.Χ. Ως αντάλλαγμα ο Άγις «παρεχώρησε» την οργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων στους Ηλείους (Ξενοφών Ελληνικά Γ΄, 2, 30).

Το 365 π.Χ. οι Πισάτες επιμένουν ότι η τιμή των Ολυμπιακών αγώνων ανήκει σ’ αυτούς. Συμμαχούν με τους Αρκάδες – εχθρούς των Ηλείων – εκστρατεύουν στην Ήλιδα και εισβάλλουν στην Ολυμπιακή περιοχή. Αντιστάθηκαν οι Ηλείοι στη σκληρή μάχη που ακολούθησε. Την παρακολούθησαν οιΈλληνες θεατές που παρευρίσκονταν «στεφανωμένοι» στους αγώνες και χειροκροτούσαν ήρεμοι τις ανδραγαθίες της μιας ή της άλλης πλευράς(Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, ΙΕ΄, 78) . Νίκησαν τελικά οι Πισάτες και οργάνωσαν τους αγώνες για το ερχόμενο έτος κατά το παραδοσιακό πρόγραμμα. δήλωση «εκεχειρίας», άφιξη θεατών και έναρξη των αγώνων. Οι Ηλείοι αντέδρασαν και μια στρατιά εισέβαλε στην Άλτι ενώ διεξάγονταν οι αγώνες. Οι Αρκάδες προσπάθησαν να τους αναχαιτίσουν. Για πρώτη φορά η Άλτις έγινε πεδίο μάχης. Τελικά οι Ηλείοι αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν. Οι Αρκάδες λεηλάτησαν τους θησαυρούς τής Ολυμπίας και πλήρωσαν τους μισθοφόρους που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία (Ξενοφών, Ελληνικά Ζ΄ 33). Ακολούθησε ειρήνη με τους Ηλείους και οι Αρκάδες αποχώρησαν. Η 104η Ολυμπιάδα τού 364 π.Χ. ακυρώθηκε.

 

Επίλογος

 

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να ειπωθούν περισσότερα.. Όσο και αν φανταζόμαστε όλοι οι Έλληνες τους αρχαίους Ολυμπιακούς αγώνες σαν κάτι το ιδεατό, έναν «ατσαλάκωτο» αθλητικό παράδεισο όπου οι νέοι επιδίδονταν στην ευγενή άμιλλα, έχοντας αναπτύξει αρμονικά το σώμα και το νου για να κερδίσουν ένα κλαδί ελιάς, πέφτουμε έξω. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε και εδώ όλα τα στοιχεία της συμπεριφοράς που διέπουν άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες: ευγένεια, ήθος, πολιτισμό αλλά και ματαιοδοξία, απληστία, δωροδοκία, απάτη, φθόνο.

Η φιλολογική έρευνα στα κείμενα των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, φωτίζοντας τα παρασκήνια, προσφέρει μια πλούσια σοδειά των αθέατων πλευρών των Ολυμπιακών αγώνων καθώς φέρνει στην ημερήσια διάταξη τα αποτυπώματα των πολεμικών συγκρούσεων για τον έλεγχο των αγώνων, περιπτώσεις πολιτικής εκμετάλλευσης της νίκης είτε από τη μεριά κρατών και ηγεμόνων είτε από τη μεριά αθλητών, παράνομες πολιτογραφήσεις αθλητών, δωροδοκίες και χρηματισμό, παραβιάσεις των κανονισμών, εξαπατήσεις των ελλανοδικών, έντονη βία, νίκες χωρίς συμμετοχή, χρησιμοποίηση της Ολυμπίας και των αγώνων για τη νομιμοποίηση παράνομων πράξεων ηγεμόνων, σφαγών και κατακτητικών ενεργειών. Το «αθλητικό ιδεώδες» στην αρχαία Ελλάδα, ήταν το ίδιο με το σημερινό. Μόνο οι ερασιτέχνες αθλητές, καθώς και οι «παραολυμπιακοί», αξίζει , σήμερα, να ομιλούν περί αθλητικού «ιδεώδους»

 

Σημειώσεις

 

[*]

Τα χρωματιστά δακτυλίδια των Ολυμπιακών Αγώνων -ιδιοκτησία της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής- αποτελούν ένα από τα αποδοτικότερα εμπορικά σήματα της σύγχρονης εποχής. Ο Βρετανός δημοσιογράφος Andrew Jennings (http://ajennings.8m.com/ ) σε μια σειρά βιβλίων του εκθέτει τη διαφθορά που κρύβεται πίσω από τους πέντε χρωματιστούς κύκλους (μεταφρασμένο στα ελληνικά κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο Τα Αφεντικά των Ολυμπιακών Αγώνων [εκδ. Ποντίκι, Αθήνα, 1992], που συνέγραψε με την Vyv Simson). Στο τελευταίο του βιβλίο, The Great Olympic Swindle, αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η ρώσικη μαφία ελέγχει τη Διεθνή Συνομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας…Σημαντική είναι και η παρέμβαση του «Ιού» της Ελευθεροτυπίας:

«Όπως διαβάζουμε στην επίσημη ιστοσελίδα της ΕΟΕ (Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή), «η αφή της ολυμπιακής φλόγας και η λαμπαδηδρομία τελέστηκαν για πρώτη φορά το 1936 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Η ιδέα ήταν του γερμανού καθηγητή και μέλους της Γερμανικής Ολυμπιακής Επιτροπής δρος Καρλ Ντιμ, ο οποίος και την εισηγήθηκε στην Οργανωτική Επιτροπή των ΧΙ Ολυμπιακών Αγώνων. Από τότε η αφή της φλόγας γίνεται πάντα στο ναό της Ήρας στην Αρχαία Ολυμπία». Η περιγραφή της «μαύρης» Ολυμπιάδας από τους έλληνες υπευθύνους της ΕΟΕ είναι απίστευτα υμνητική: «Για πρώτη φορά έγινε άφιξη της Ολυμπιακής Φλόγας, η οποία λάμπρυνε ακόμα περισσότερο την τελετή έναρξης των Αγώνων». Στο ίδιο σημείο το κείμενο αναφέρεται στις διαβεβαιώσεις των διοργανωτών «ότι δεν θα υπάρξουν φυλετικές διακρίσεις σε βάρος των εβραίων και των νέγρων», ενώ το μόνο που προσάπτεται στους ναζιστές είναι κάτι… θετικό, δηλαδή ότι «η προπαγάνδα των οργανωτών ήταν τόσο μεγάλη που είχε σαν αποτέλεσμα να φτάσουν στο Βερολίνο 3.000 αντιπρόσωποι των μέσων ενημέρωσης».  Για το συμβολισμό της φλόγας, του πυρσού και της λαμπαδηδρομίας στη ναζιστική ιδεολογία αρκεί να παραθέσουμε λίγους στίχους από το πολεμικό εμβατήριο του Χάινριχ Ανακερ, του επιλεγόμενου και «ποιητή της μαύρης στρατιάς»:

«Ο πυρσός περνά από χέρι σε χέρι

Όταν ο θάνατος τον αρπάζει από κάποιον

Ο πιο κοντινός τον ξαναπαίρνει

Οι πυρσοί αλλάζουν χέρια

Συνέχισε…Θα τον μεταφέρουμε λοιπόν και συ και εγώ

αυτόν τον πυρσό, προς ένα τέλος μακρινό

στο τέλος του δρόμου.

Ο πυρσός λάμπει καθάρια!

Ήδη μπροστά μας, μέσ’ τη σκοτεινιά καρτερούν

οι άλλοι!».

Ο ρόλος του πυρσού και η αναφορά στους Άλλους (Εβραίους, υπάνθρωπους, κ.λπ.) εύγλωττη από τον ποιητή εκατοντάδων εμβατηρίων για τη χιτλερική νεολαία και τα Τάγματα Εφόδου. Δεν χρειάζεται βέβαια να είναι κανείς ειδικευμένος στη σημειολογία του ναζισμού για να αντιληφθεί ότι όλο το τελετουργικό κιτς που συνοδεύει μέχρι σήμερα την τελετή αφής της «ιερής φλόγας» (με τις ιέρειες, τις πρωθιέρειες, τους βωμούς και τους θεούς-ήλιους) δεν είναι τίποτα άλλο παρά επανεισαγωγή της χιτλερικής άποψης για την Αρχαία Ελλάδα και τις τελετές της.»

Πηγή: http://www.enet.gr/online/online_hprint.jsp?q=&id=62090100

 

 

ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑ

 

Όλα τα είχαμε, μόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης μας έλλειπε! Την 25ην Μαρτίου τρέχοντος έτους, που ήταν μεγάλη Χριστιανική εορτή και μεγάλη Εθνική εορτή βρήκαν να αναβιώσουν εις την αρχαία Ολυμπία την ειδωλολατρία κατά το άναμμα (αφή) της ολυμπιακής φλογός.

Κάποια δήθεν… ιέρεια γυναίκα φώναζε και παρακαλούσε τον ψευδοθεό Απόλλωνα: θεέ του ήλιου Απόλλωνα στείλε μας το φως σου… (και τα λοιπά ανούσια ειδωλολατρικά και δωδεκαθεϊστικά. Βεβήλωσαν κατ’ αυτόν τον τρόπον και την Χριστιανική Εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και την Εθνική Εορτή της κηρύξεως της Ελληνικής Επανάστασης υπέρ της Πίστεως και Πατρίδος του 1821. Στην ελληνική αρχαιότητα, οι τότε, Έλληνες παρακαλούσαν τον ψευδοθεό Απόλλωνα να στείλει το φως, διότι δεν γνώριζαν τον αληθινό Θεό. Σήμερα, εφ’ όσον σχεδόν όλοι οι Έλληνες είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και πιστεύουν ότι ο Κύριος και Θεός ημών Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, ο Δημιουργός και Κτίστης του ουρανού και της γης και Πλάστης των απάντων, ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Φωτοδότης του κόσμου, το Φως και η Αλήθεια και η Ζωή και η Ανάστασης, τότε ο ψευδοθεός Απόλλων δεν έχει θέση.

Και διότι σύμφωνα με τον τελευταίο χρησμό του μαντείου των Δελφών «Εἲπατε τῶ βασιλῆι, χαμαί πέσε δαίδαλος αὑλά,οὑκέτι Φοῖβος ἒχει καλύβαν, οὑ μάντιδα δάφνην,οὒ παγάν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καί λάλον ὑδωρ»

Όλα τα ανωτέρω δεν έχουν σχέση με το αρχαίο Ολυμπιακό πνεύμα. Ούτε γίνονταν με την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων κατά τα έτη 1894 – 1932 παρόμοιες ειδωλολατρικές ιεροτελεστίες. Από το έτος όμως 1936 κατά τους ολυμπιακούς αγώνες του Βερολίνου (Γερμανία) με απαίτηση του Αδόλφου Χίτλερ άρχισαν να γίνονται ειδωλολατρικές ιεροτελεστίες. Πώς συμβιβάζονται οι σύγχρονες Δημοκρατικές κοινωνίες με την δικτατορία του ναζισμού;…….

 

Πηγή: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ, Μάιος – Ιούνιος 2004

 

 

Η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΦΛΟΓΑ & Ο ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ

Μια ενότητα που προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τα ζητήματα γύρω από την δημιουργία της Ολυμπιακής φλόγας και της τελετουργίας αφής της.

 

Η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΦΛΟΓΑ

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες αρχίζουν ουσιαστικά με την αφή της Ολυμπιακής φλόγας που γίνεται στην αρχαία Ολυμπία και μεταφέρεται με αθλητές στον χώρο τέλεσής τους. Εφέτος, όπως έχει γραφή στον Τύπο, η αφή της Ολυμπιακής φλόγας θα γίνει επισήμως στην αρχαία Ολυμπία, παρουσία των μελών της ΔΟΕ και των αρχών της Ελληνικής Πολιτείας την 25η Μαρτίου, η δε εθνική εορτή θα μεταφερθεί την επομένη ημέρα ήτοι την 26η Μαρτίου.

Θα ήθελα στην συνέχεια να αναφερθώ πολύ σύντομα στην ιστορία και το νόημα της αφής της Ολυμπιακής φλόγας.

Η σύνδεση των Ολυμπιακών Αγώνων με την αφή της Ολυμπιακής φλόγας έγινε για πρώτη φορά το 1936, με την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στο Βερολίνο και τέθηκε μέσα στους σκοπούς και τις επιδιώξεις του ναζισμού. Υπάρχουν πολλά στοιχεία για το θέμα αυτό.

Κατ’ αρχάς πρέπει να αναφερθεί μια εισήγηση που έγινε κατά την 16η Σύνοδο στην αρχαία Ολυμπία από τον Καθηγητή Νικόλαο Νησιώτη, που ήταν Πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας και έγινε μέλος της ΔΟΕ, με τίτλο «Ολυμπισμός και Θρησκεία». Στην εισήγηση αυτή ο αείμνηστος Καθηγητής αφ’ ενός μεν κατακρίνει ως υπερβολή την ταύτιση μεταξύ Ολυμπισμού και Θρησκείας και την παρουσίαση «του Ολυμπισμού σαν θρησκευτικής ιδεολογίας» που παρατηρήθηκε από την αρχή της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, σύμφωνα με την οποία «η ολυμπιακή ιδέα είναι Θρησκεία με Εκκλησία, δόγμα, λατρεία… αλλά κυρίως με θρησκευτικό συναίσθημα», γι’ αυτό και γινόταν λόγος για «religio athletae» (Κουμπερτέν), αφ’ ετέρου δε διαχωρίζει τον ολυμπισμό από την θρησκεία και δέχεται την άποψη ότι ο ολυμπισμός πρέπει να παραμείνει ως μια ωραία ιδεολογία «πού εμπνέει την αδελφοσύνη μεταξύ των λαών», η δε θρησκεία «θα υπενθυμίζει στον Ολυμπισμό, ότι το θέμα της αδελφοσύνης των λαών είναι ευρύτερο, βαθύτερο και δυσκολότερο από ό,τι φαίνεται».

Στην εισήγηση αυτή όμως, μεταξύ των άλλων, εκτίθεται και η άποψη μερικών που θεωρούν τον ολυμπισμό ως Θρησκεία και οι οποίοι «ορισμένες «τελετές» που γίνονται στην έναρξη των ολυμπιακών αγώνων, η χρησιμοποίηση της ολυμπιακής φλόγας μέσα σ’ ένα περιβάλλον κάποιου μυστικισμού» εκλαμβάνουν ως μια «έντονη θρησκευτική εμπειρία»

Ο Δρ. Henri Pouret, Μέλος της Ακαδημίας αθλητισμού της Γαλλίας κατά τις εργασίες της 15ης Συνόδου στην αρχαία Ολυμπία ανέπτυξε το θέμα «η ολυμπιακή φλόξ» και εξέθεσε τις απόψεις του για τον μύθο, την ιστορία και τον συμβολισμό της Ολυμπιακής φλόγας. Ως προς τον μύθο αναφέρθηκε στον Προμηθέα που έκλεψε το ιερόν πυρ και το μετέφερε στην γη. Ως προς την ιστορία σαφώς προσδιορίζει ότι η Ολυμπιακή φλόγα για πρώτη φορά συνδέθηκε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες που έγιναν επί Χίτλερ στο Βερολίνο το 1936 και ήταν δημιούργημα του Δρ. Karl Diem, Προέδρου και Γραμματέως των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου, με την έγκριση του Ιωάννου Κετσέα, μέλους της Διεθνούς Επιτροπής για την Ελλάδα. Για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε η αφή της Ολυμπιακής φλόγας γι’ αυτούς τους αγώνες. Ως προς τον συμβολισμό της Ολυμπιακής φλόγας κάνει λόγο για τον ενθουσιασμό του Πιέρ ντέ Κουμπερντέν για την ιδέα αυτή, ο οποίος είχε μια αδυναμία στους συμβολισμούς, και υποστηρίζει ότι η Ολυμπιακή φλόγα είναι συνδετικό σημείο μεταξύ των παλαιών και συγχρόνων αγώνων και συνιστά την ανανέωση των Ολυμπιακών Αγώνων που αντλούν την δύναμη από τους αρχαίους. Η Ολυμπιακή φλόγα, λέγει, «είναι για όλους τους ανθρώπους που έχουν καλήν θέλησιν, μία εικόνα ειρηνοποιήσεως και ανυψώσεως»

Ο Γερμανός Δρ. Norbert Mόller Καθηγητής Πανεπιστημίου στην 16η Σύνοδο στην Ολυμπία ανέπτυξε το θέμα της Ολυμπιακής ιδέας σύμφωνα με τον Coubertin και τον Karl Diem και υποστήριξε ότι για τον Κουμπερτέν «οι Ολυμπιακοί δεν ήταν παρά το θεσμικό πλαίσιο της πραγματοποιήσεως των ανθρωπομορφικών του αντιλήψεων, που ονόμαζε στην αρχή Ολυμπιακή Ιδέα, και μετά το 1912, Ολυμπισμό. Η ιδέα αυτή είχε σαν σκοπό να συγκεντρώσει όσον το δυνατόν περισσοτέρους ανθρώπους μέσα σε μια Ολυμπιακή Κίνηση». Μάλιστα ο Diem διαμόρφωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, σύμφωνα με τις απόψεις του Κουμπερντέν «για να δείξει στο κοινό, πέρα του ανταγωνισμού, τον παιδαγωγικό ρόλο της Ολυμπιακής ιδέας. Το πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα υπήρξε η μεταφορά της Ολυμπιακής Φλόγας από την Ολυμπία στο Βερολίνο, που πραγματοποιήθηκε με τον συνάδελφο και αγαπητό του φίλο Ιωάννη Κετσέα, τότε γενικό γραμματέα της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων της Ελλάδος»

Επειδή η Ολυμπιακή φλόγα καθιερώθηκε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936, μπορούμε να θυμηθούμε την ανάλυση που κάνει και αυτού του γεγονότος ο Κυριάκος Σιμόπουλος, αφού, όπως είναι γνωστόν, ο Χίτλερ συνέδεσε την ολυμπιακή ιδέα με την ναζιστική ιδέαΣτο Βερολίνο η σημαία με τους ολυμπιακούς κύκλους συνδέθηκε με την «σβάστικα» του ναζισμού, μάλιστα δε η γαλλική εφημερίδα Paris Soir χαρακτήρισε την Ολυμπιάδα που διοργάνωσε ο Χίτλερ ως «θρησκευτική λειτουργία». Γράφει δε ο Σιμόπουλος: «Η Ολυμπιακή φλόγα ωραιοποιούσε το τυραννικό καθεστώς. Και παντού κυριαρχούσε το σύνθημα� Γερμανία υπεράνω όλων στον κόσμο΄»

Ο Καθηγητής π. Γεώργιος Μεταλληνός σε εισήγησή του που έκανε σε Συνέδριο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος αναφέρθηκε και στην αφή της Ολυμπιακής φλόγας και χρησιμοποιώντας σχετική βιβλιογραφία έκανε λόγο για την σύνδεση του Γ´  Ράϊχ «με μια Ναζιστική εκδοχή του αρχαιοελληνικού πνεύματος και μάλιστα του σπαρτιατικού», η «δε�λόγα΄, με όλο το γνωστό ειδωλολατρικό συμβολισμό που της απέδιδε ο εθνικοσοσιαλισμός,�νωσε’ χάρη σε μια αλυσίδα εύρωστων σωμάτων, την αρχαιοελληνική κοιτίδα με την πρωτεύουσα του Γ´ Ράιχ».

Σήμερα η αφή της Ολυμπιακής φλόγας συνδέεται περισσότερο με την εμπορική εκμετάλλευση σε συνδυασμό με την αναβάθμιση των Ολυμπιακών Αγώνων. Τουλάχιστον πρέπει να γνωρίζουμε την ιστορία και αυτή η γνώση θα μας απαλλάξει από προκαταλήψεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις που είναι μεταπρατικές και ξένες προς τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την παράδοση του τόπου μας.

Πηγή: Εφημερίδα Το Βήμα, Κυριακή 15-2-2004

 

 

Η ΧΙΤΛΕΡΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ & Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

 

Εδώ

 

 

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 

 

 

 

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ στην ΟΛΥΜΠΙΑ

 

 

 

 

ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΗΘΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΟΓΓΑΚΗ, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Το στεφάνι με το οποίο στεφανώνονται σήμερα οι νικητές των Ολυμπιακών αγώνων δεν είναι ένα σύγχρονο έθιμο, ούτε μια συνήθεια η οποία απλώς ακολουθεί ένα τυπικό τελετουργικό. Αντιθέτως, η συνήθεια αυτή ανιχνεύεται πολύ πίσω στον χρόνο και έχει τις ρίζες της σε πολύ παλιές παραδόσεις, τότε που η αλήθεια και η λογική μπερδεύονταν γλυκά με την φαντασία και τον μύθο. Η παρούσα εργασία παρακολουθεί τη σημασία της στέψης του νικητή στους αθλητικούς αγώνες, φωτίζοντας μια εσωτερική ροή και συνδέοντας το γεγονός αυτό με τις πολλαπλές επιβιώσεις του σε διάφορες εκδηλώσεις της σύγχρονης πολιτισμικής πραγματικότητας.

 

Οι καταγωγές της τελετουργίας της στέψης και η σημασία τους

Σύμφωνα με μια από τις παλαιότερες παραδόσεις για την καταγωγή των Ολυμπιακών αγώνων, όταν γεν­νήθηκε ο πατέρας των θεών, Ζευς, η Ρέα, η μητέρα του, ανέθεσε τη φύλαξη του παιδιού της στους Ιδαίους Δακτύλους, πέντε αδέλφια που είχαν έλθει από το όρος της Κρήτης Ίδη (1). Ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια αυτά ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος πρότεινε στους αδελφούς του να διαγωνισθούν ατό αγώνισμα του δρόμου (2), για να διασκεδάσουν (παίζοντας), στεφανώνοντας τον νικητή με κλάδο κότινου (αγριελιάς) (3). Το δένδρο της αγριελιάς έφερε στην Ελλάδα ο ίδιος ο Ηρακλής από τη χοίρα των Υπερβορείων, των ανθρώπων που κατοικούν πέρα απ’ τον βόρειο άνεμο (4), για να παρέχει σκιά στους πολλούς επισκέπτες που συρρέουν στο ιερό άλσος του Λία, αλλά και για να χρησιμεύσει ως στέφανος των αρετών (5). Στον Ιδαίο Ηρακλή κατά συνέπεια, σύμφωνα με την παράδοση αυτή, ανήκει η δόξα ότι πρώτος αυτός καθιέρωσε τον αγώνα και τον ονόμασε «Ολύμπια» (6). Καθόρισε, μάλιστα, να τελείται ο αγώνας αυτός κάθε πέμπτο έτος, ε­πειδή πέντε ήταν αυτός με τους αδελφούς του (7). Στον ίδιο ανήκει και η καθιέρωση της στέψης του  νικητή των αγώνων της Ολυμπίας με το στεφάνι από τον κότινο, τον οποίο έφερε ως δώρο από τις σκιερές πηγές του Ίστρου, μιας χώ­ρας που περιγράφεται ως ονειρική (8).

 

Μωσαϊκό δάπεδο τον 5ον αι. μ.Χ. παράσταση Νίκης η οποία στεφανώνει νικητή (Λάρισα, Αρχαιολογικό Μουσείο) (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 43)

 

Ο λαός των Υπερβορείων συνδέεται με την Ελλάδα μέσω και άλλων παραδό­σεων (9). Οι Υπερβόρειες Παρθένες είναι αυτές που κομίζουν τις ιερές προσφορές από τον τόπο τους στη Δήλο (10), και οι ο­ποίες έχουν στενή σχέση με τη δενδρολατρία (11). Ίσως, μάλιστα, μέσο των Υπερβορείων υπάρχει ένας εσωτερικός σύνδεσμος των Ολυμπίων αγώνων και των Δελφικών, καθόσον συνδέο­νται και με τον Ηρακλή, ιδρυτή των Ολυμπίων κατά μια παράδοση, αλλά και με τον Απόλλωνα (12), ιδρυτή των Πυθίων αγώνων και θεό των εξαγνι­σμών. Η καλλιστέφανος ελαία (13) συνδέεται με τη δάφνη, το ιερό φυτό του Απόλλωνα, και με άλλον τρόπο, αφού λαμβάνοντας και τα δύο φυτά μέρος στον τοκετό της μητέρας του, Λητούς (14), τη βοηθούν να γεννήσει. Η συμμετοχή τους στη γέννα απηχεί την αντίληψη των αρχαίων ότι πολλά φυτά και δένδρα, έχοντας μαγικές ιδιότητες, συνέβαλλαν αποτελεσματικά στη διαδικασία τον τοκετού (15). Η ελιά συνδέεται επίσης και με την Αθηνά, την πολιούχο θεά των Αθηνών, της οποίας αποτελεί το ιερό δένδρο (16). Στα Παναθήναια, την επιφανή εορτή της πόλης των Αθηνών, οι νικητές των αθλητικών αγώνων λάμβαναν ως έπαθλο έναν παναθηναϊκό αμφορέα, γεμάτο λάδι από τον ιερό ελαιώνα της θεάς (17).

 

Αριστερά: Στεφάνι για τους νικητές των αγώνων

Μέσο: Ο Δίας με στεφάνι νικητή

Δεξιά: Η θεά Νίκη στεφανώνει τον νικητή αθλητή.

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 44)

 

 

Η παράδοση πως το δένδρο της ελιάς είναι «ιερό» (18) είναι πανάρχαια, ενώ εξίσου παλαιά, όπως μαρτυριέται, είναι και η ιερότητα που αποδιδόταν στον κότινο και στην τελετή στέψης. Ο ίδιος ο Ιφιτος, ο Ηλείος βασιλιάς ο οποίος αναδιοργάνωσε τους Ολυμπιακούς αγώνες και την ιερή ανακωχή (εκεχειρία) (19) , παριστάνεται στην τέχνη ακριβώς η στιγμή κατά την οποία στεφανώνεται από μια γυναίκα, την προσωποποιημένη Εκεχειρία (20). Αλλά και οι σπονδοφόροι, αυτοί δηλαδή από τους οποί­ους γινόταν η αναγγελία της εκεχειρίας, ανακοί­νωναν την έναρξη της φέροντας στο κεφάλι στεφάνι ελιάς (21). Έτσι, κατά τους αρχαίους χρόνους οι στέφανοι των Ολυμπιονικών αποτελούσαν ένα από τα θρησκευτικά γνωρίσματα των αγώνων. Τους στεφάνους που προορίζονταν για τους νικητές έπλεκαν από μια αγριελιά που είχε φυτρώσει έξω απ’ την Άλτη (22), τα κλαδιά της οποίας έπρεπε να κόψει παιδί του οποίου ζούσαν και οι δύο γονείς. Ύστερα τοποθετούσαν τους στεφάνους επά­νω σε μια τράπεζα που βρισκόταν, μεταξύ άλλων αφιερωμάτων, σε μια ζώνη της λάρνακας του Κύψελου (23). Προτού μάλιστα κατασκευασθεί γι’ αυτόν τον σκοπό η τράπεζα, υπήρχε μέσα στον πρόναο ένας επιχαλκωμένος τρίποδας, επάνω στον ο­ποίο εκτίθονταν οι στέφανοι των νικητών προτού απονεμηθούν (24). Η ιερότητα των στεφανιών της νί­κης φαίνεται κι από το τελετουργικό που ακολοθούσε την εναπόθεση τους στα κεφάλια των νίκητών. Οι Ελλανοδίκες, εκτελώντας τις παλαιές εντολές του Ηρακλή, επισημαίνει ο Πίνδαρος, το­ποθετούσαν στα μαλλιά των νικητών, πάνω απ’ το μέτωπο τους, την αίγλη της γλαυκόχρου ελαίας (25) , κοσμώντας τους την κόμη (26). Μεταξύ άλλων, όσο οι Ελλανοδίκες, εστεμμένοι κι οι ίδιοι με δάφνη, στεφάνωναν τον νικητή, οι θεατές τον έραιναν με άνθη και στεφάνια «φυλλοβολία» (27). Αλλά και με­τά τον «φυλλοφόρο» αγώνα, όπως ονομάζει ο Πίν­δαρος τους Ολυμπιακούς αγώνες (28), το στεφάνι της νίκης εναπόθετε ο νικητής και πάλι στον ναό, ως ευχαριστία και προσφορά στον θεό ο οποίος του το είχε δωρίσει (29). Κι ο θεός των αγώνων της Ολυμπίας άλλωστε, ο Δίας, στο περίφημο χρυσελε­φάντινο άγαλμα του παριστάνεται καθισμένος στον θρόνο φέροντας στο κεφάλι χρυσό στεφάνι, κατ’ απομίμηση κλώνων ελιάς (30). Στο δεξί του χέρι κρατά Νίκη από ελεφαντοστούν, η οποία φέρει ε­πίσης στέφανο στην κεφαλή (31). Τέλος, κλώνους ε­λιάς απόθεταν επάνω στους βωμούς οι Ηλείοι ό­ταν θυσίαζαν, μια φορά τον μήνα 932)

Η εναπόθεση του στεφανιού στο κεφάλι των νικητών των αγώνων υποδηλώνει, επομένως, την ύπαρξη βαθύτερων δοξασιών, οι οποίες κατά τη μακρινή πορεία του χρόνου εξελίχθηκαν σε αντιλήψεις, ενώ, στη συνέχεια, με την επέμβαση του λογικού στο φανταστικό στοιχείο, μεταλλάχθηκαν ή απωθήθηκαν στο υποσυνείδητο του ανθρώπου. Για τον απολίτιστο άνθρωπο όλος ο κόσμος γενικά έχει ψυχή, είναι έμψυχος, και αυτή ακριβώς είναι η βασική ιδέα στην οποία στηρίζονται διάφορες λατρείες, όπως οι αναπτυσσόμενες λατρείες των λίθων, των φυτών και των δένδρων (33). Η λατρεία του δένδρου, η οποία, κατά τον Walter Burkert πι­θανόν κατείχε εξέχουσα θέση και στη μινωική και στη μυκηναϊκή θρησκεία (34), φαίνεται ότι εκφραζό­ταν μεταξύ άλλων και με τον «ιερό κλώνο» (35). Το ιερό κλαδί, το οποίο συναντά κανείς στις αγροτι­κές εορτές της αρχαίας Ελλάδας, θεωρείτο ότι έ­φερνε ζωή και γονιμότητα, ως επιβίωση αυτής της λατρείας (36). Το ιερό κλαδί οικειοποιήθηκαν αργότερα οι ήρωες και οι θεοί. Το κλαδί της αγριελιάς οι­κειοποιήθηκε ο Ηρακλής και μετέπειτα ο Δίας, το κλαδί της προφητικής ιερής δρυός ο Δίας στη Δω­δώνη (37), το κλαδί της προφητικής δάφνης ο Απόλ­λων στους Δελφούς (38), ενώ άλλα δένδρα, φυτά ή παράγωγά τους, όπως η πίτυς (πεύκο), το σέλινο, το κλαδί φοίνικα ή το μήλο αποτελούσαν τα βρα­βεία των νικητών στα Ίσθμια και στα Νέμεα (39). Το ιερό κλαδί ή το στεφάνι από τους ιερούς κλώνους κατέστη το αχώριστο σύμβολο όλων των τελετουργιών και των εορτών (40).

 

 

Άνω: Αργυρό τετράδραχμο Συρακουσών, π. 406 π.Χ. Οπισθότυπος: Τέθριππο και Νίκη που στεφανώνει τον ηνίοχο (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals).

Κάτω: Αργυρό τετράδραχμο Ακράγαντος Σικελίας, π. 415 – 405 π.Χ. Εμπροσθότυπος: Τέθριππο και Νίκη που στεφανώνει τον ηνίοχο (Βρυξέλλες, Bibliotheque Royale – Cabinet des Medailles)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 45)

 

 

Το ιερό κλαδί το οποίο φέρνει ζωή και γονιμότητα διαδραματίζει ακόμη σπουδαίο ρόλο στα αγροτικά έθιμα της σύγχρο­νης Ευρώπης, αλλά εξίσου σημα­ντικό ρόλο διαδραμάτιζε και στην αρχαία Ελλάδα, όπου ονομαζόταν «ειρεσιώνη» ή «κορυθάλη» (41). Συναντάται σε αγροτικές εορτές, όπως τα Θαργήλια και τα Πυανόψια, τις δύο μεγάλες εορτές του θερισμού ή τα Οσχοφόρια, την εορτή του τρύγου (42). Σε ένα κλαδί ελιάς έδεναν όλων των ειδών τα φρούτα καθώς και μπουκαλάκια με κρασί ή λάδι και, αφού το περιέφεραν, το έστηναν μπροστά στο σπίτι τους, όπου έμενε σαν φυλακτό κατά των λοιμών και των κακών για έναν χρόνο, οπότε το αντικαθιστούσαν με ένα καινούργιο (43), όπως γίνεται και σήμερα με το στεφάνι του Μαΐου. Αλλά και όποιος ζητούσε την προστασία των θεών, κρατούσε την «ικετηρία», ένα κλαδί όπου ήταν δεμένες κορδέλες (44). Το ιερό κλαδί οικειοποιήθηκε και ο θεός Απόλλων, εντάσ­σοντας το, όπως αναφέρεται παρακάτω, στις τελε­τές του, κυρίως στους Δελφούς, όπου ο «αμφιθαλής παις» έφερνε την ειρεσιώνη από τις τελετές κα­θαρμού των Τεμπών (45). Ο βαθύτερος συμβολισμός της ειρεσιώνης και της ικετηρίας ήταν αυτός της αποτροπής των κακών επιδράσεων, δηλαδή του εξορκισμού του κακού και της επίκλησης της καλής τύχης, καθώς επίσης και του εξαγνισμού (46).

Το στεφάνι που στόλιζε τα κεφάλια αυτών που συμμετείχαν στις θυσίες, στις εορτές και στους αγώνες οφείλει την προέλευση του στην πίστη ότι το κλαδί που ανθίζει είναι ευεργετικό (47). Για την αρχαϊκή θρησκευτική εμπειρία ορισμένα δένδρα αντιπροσωπεύουν κάποια ισχύ, η οποία δεν οφείλεται μόνο στο ίδιο το δένδρο, αλλά κυρίως στις κοσμολογικές του προεκτάσεις. Μ’ άλλα λόγια δεν υπάρχει λατρεία αυτού καθαυτό του δένδρου, αλλά στην απεικόνιση του κρύβεται μια πνευματική οντότητα (48). Το δένδρο καθίσταται θρησκευτικό αντικείμενο, επισημαίνει ο M. Elliade, με την απλή παρουσία του (την «ισχύ») και με τον νόμο της εξέλιξής του (την «αναγέννηση»), επαναλαμβάνοντας αυτό που για την εμπειρία των πρωτόγονων είναι ο Κόσμος ολόκληρος (49). Για την αρχαϊκή συνείδη­ση το δένδρο αποτελούσε ένα σύμβολο της ανεξά­ντλητης Ζωής, αποτελούσε το Σύμπαν, μορφή μι την οποία απαντά στους πιο προηγμένους πολιτι­σμούς (50).

 

Άνω: Αργυρό τετράδραχμο Χαλκιδικής Συμμαχίας (Όλυνθος), π. 401- 398 π.Χ. . Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα, προστάτη της Συμμαχίας δαφνοστεφανωμένη (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Κάτω: Χρυσός στατήρας Φιλίππου Β΄ Μακεδονίας, π. 323/2 – 315 π.Χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 46)

 

Η δύναμη που βρισκόταν μέσα στο ιερό κλαδί μεταδιδόταν απλός από την παρουσία του ή την ε­παφή με αυτό. Η βασική ιδέα των αντιλήψεων αυ­τών, παρατηρεί ο M. P. Nilsson, ήταν αμιγώς μαγι­κή (51). Με το ιερό κλαδί ή το στεφάνι πίστευαν ότι ο άνθρωπος ερχόταν σε επαφή με την ευεργετική δύναμη η οποία ζούσε μέσα στο ιερό κλαδί και η ο­ποία μπορούσε να μεταδοθεί σε ό,τι ερχόταν σ’ ε­παφή μαζί του (52). Θεωρούσαν ότι ο άνθρωπος, μέ­σω του κλώνου, ερχόταν σε επικοινωνία με την υ­περφυσική δύναμη. Η πίστη αυτή, της ένωσης με το θείο, βασίζεται, κατά τον Μ.Π. Νιλσσον, στην ίδια α­ντίληψη η οποία διέπει τη Θεία Κοινωνία (53). Έτσι όποιοι αθλητές στεφανώνονταν, δέχονταν ένα μέ­ρος από τη θεία δύναμη του ιερού δένδρου, απ’ τα κλαδιά του οποίου είχε κατασκευασθεί το νικητή­ριο στεφάνι και μετουσιώνονταν στους «ἐπὶ τῆς γῆς μακάριους» (54). Γι αυτόν τον λόγο το λιτό στεφάνι της αγριελιάς εκτιμάτο τόσο, ώστε ο­ρισμένοι από τους αθλητές ολυμπιονίκες να ξεψυχήσουν από συγκίνηση την ώρα της στέ­ψης τους (55).

Στους ιστορικούς και στους κλασικούς χρόνους βρίσκουμε πολλές επιβιώσεις τη; πρωτόγονης λατρείας του δένδρου (56). Στο θρησκευτικό φως των ιστορικών χρόνων και κατά τη φάση της ολοκλήρωσης του ολυμπικού πανθέου, αυτή η πίστη εισχώρησε σε όλες τις τελετουργίες των Ελλήνων, επο­μένως και στις αθλητικές. Οι αγώνες απέκτη­σαν έναν προστάτη θεό, στο όνομα του οποίου πραγματοποιούντο. Το στεφάνι εμπεριείχε την αρχική ιδέα, αλλά το πνεύμα το οποίο μετέδιδε πλέον ήταν πνεύμα θεϊκό και όχι μαγικό. Το κλαδί των αγώνων που στεφάνωνε τους νικητές εμπλου­τίσθηκε και με άλλες θρησκευτικές αξίες και κατέ­στη «ιερό», όπως και οι αγώνες. Ο νικητής θεωρεί­το ο ευνοούμενος του θεού, ο θνητός τον οποίο ο θεός αξίωσε για την κατάκτηση της ευτυχίας (57). Ο στέφανος απέκτησε τη θρησκευτική και ηθική αξία του εξαγνισμού, του καθαρμού, καθώς και την α­ξία τηςαρετής (58). Ο αθλητής που το φορούσε εξα­γνιζόταν, είχε κατορθώσει να εξιλεωθεί απέναντι στον θεό, ενώ ο εξαγνισμός του αποτελούσε τηνπροϋπόθεση για την επικοινωνία του με το θείο (55). Η ιδέα της εξιλέωσης δεν ανήκει στον χώρο της μαγείας, αλλά σ’ εκείνον της θρησκείας, παρα­τηρεί o Ξ.Γ. Φραζερ (60). Το πολυπόθητο κλαδί αγριε­λιάς των νικητών της Ολυμπίας, όπως και η δάφ­νη των νικητών των Δελφών, καθώς και τα άλλα φυτά των ιερών αγώνων, αποτελούσαν το θεϊκό σημάδι το οποίο δέχθηκε ο τυχερός των αγώνων και το οποίο μετάλλασσε την προηγούμενη φύση του,μεταβάλλοντας τον από θνητό σε ένδοξο, σε πρόσωπο καθαρμένο και ιερό. Η πίστη πως η ευτυχία ήταν αφιερωμένη στον θεό δικαιολογείται από τη στεφαναφορία (61), την πομπή η οποία τελείτο προς τιμή του στεφανωμένου νικητή και την ε­πιστροφή του στεφανιού στον θεό, την κατάθεση, δηλαδή, του ιερού στεφανιού στον τοίχο του ναού του θεού από τον οποίο προήλθε (62). Το έθιμο αυτό ίσχυε από τα παλαιότερα χρόνια, όταν ακόμη για έ­παθλο στους νικητές δίνονταν χάλκινοι τρίποδες τους οποίους δεν έπρεπε οι αθλητές να απομακρύ­νουν απ’ το ιερό, αλλά να τους αφιερώνουν στον θεό. Ένας αθλητής από την Αλικαρνασσό, μάλιστα, παρατηρεί ο Ηρόδοτος, ο οποίος περιφρόνησε τον νόμο αυτόν, τιμωρήθηκε με τον αποκλεισμό της πόλης του από το ιερό (63).

 

Αριστερά: Αργυρό τετράδραχμο Αθηνών, π. 440 – 420 π.Χ. . Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Αθηνάς, στεφανωμένη με φύλλα ελιάς (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Δεξιά: Αργυρό τετράδραχμο Αμφίπολης Μακεδονίας, 356 – 355 π.χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα δαφνοστεφανωμένη (Βοστώνη, Museum of Fine Arts)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 47)

 

Οι ανωτέρω αντιλήψεις γίνονται εναργείς και στη δάφνη των Δελφικών αγώνων (64), η οποία δια­δραματίζει σημαντικό ρόλο και στη χρησμοδοσίατου Μαντείου (65). Η δάφνη συνδέεται με τον Απόλ­λωνα μέσο πολλών παραδόσεων (66), δεδομένου ότι αποτελεί το έμβλημα του θεού (67) και τοπροφητικό του σύμβολο (68): με δάφνινο στεφάνι στεφανώνο­νται οι νικητές των αγώνων του θεού. Αλλά και η Πυθία, το όργανο του Απόλλωνα,μασώντας την εκστατική δάφνη (69) εμπνέεται τις προφητείες του Μαντείου, οι οποίες για 12 περίπου αι­ώνες καθόριζαν την ελληνική πραγ­ματικότητα. Ο ίδιος ο Απόλλων κα­θιέρωσε ως έμβλημα του καθαρ­μού τη δάφνη (70) επέστρεψε από τα θεσσαλικά Τέμπη, τον τόπο εξα­γνισμού του για το μίασμα του φό­νου του Πύθωνα, στεφανωμένος με τη δάφνη την Τεμπική, ενώ, κρατώντας στοδεξί του χέρι κλάδο απ΄ αυτήν, ίδρυσε το μαντείο των Δελφών και καθιέρωσε τους Πυθικούς αγώνες (71). Προφανώς, ο θεός των εξαγνισμών οικειοποιήθηκε τις σχετικές τελετουργίες της περιοχής των Τεμπών για να τις εντάξει στη λατρεία του στους Δελφούς και να τους προσδώσει νέα και μεγαλύτερη λάμψη (72). Υποβάλλοντας ο ίδιος τον εαυτό του στη διαδικασία κά­θαρσης και επι­στρέφοντας εξα­γνισμένος με την ιερή δάφνη, υπέ­δειξε με το παρά­δειγμα του την υπο­χρέωση του εξαγνι­σμού. Οι νικητές των Πυθίων αγώνων στεφα­νώνονταν με τη δάφνη απ’ το ιερό δένδρο από το οποίο στεφανώθηκε κι ο ίδιος ο θεός όταν εξαγνίσθηκε (71). Κάθε φορά τη δάφνη έφερνε από τα Τέμπη ο αμφιθαλής κόρος, του οποίου για λό­γους αγνότητας έπρεπε και οι δύο γονείς να βρί­σκονται εν ζωή (74), και ο οποίος, προσωποποιώ­ντας τον Απόλλωνα, τρεπόταν σε φυγή στα Τέμπη από όπου επέστρεφε εξαγνισμένος (75). Η δάφνη αυ­τή θεωρείτο «αγία» (76) και «εξαγνιστική» (77), αποτε­λώντας την προσωποποίηση του εξαγνισμού. Ταυ­τόχρονα η ίδια είχε ενσωματωμένη τη δύναμη να ε­ξαγνίσει, μεταδίδοντας την ιερή της ιδιότητα σε ό,τι ερχόταν σε επαφή μαζί της. Κατά συνέπεια τη μετέδιδε και στους νικητές των αγώνων, οι οποίοι, στεφανωμένοι με τη θεϊκή δάφνη, αποκτούσαν το προνόμιο να γίνουν οι εκλεκτοί του θεού. Η δύνα­μη του ιερού δένδρου τους απάλλασσε από κάθε ενοχή, αλλά, κυρίως, τους έθετε υπό την προστασία του θεού. Τα κλαδιά της δάφνης, επομένως, μεταφέρονταν από τις τελετές εξαγνισμού στους Δελφούς για να στολίσουν τους νικητές των το­πικών αγώνων και να τους μεταδώσουν την εξαγνιστική δύναμη της. Το κλαδί του ιερού φυτού ή δένδρου σ’ αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την αντιπροσώ­πευση του ίδιου του θεού, πρό­κειται δηλαδή για μια ιεροφάνεια, για θεοφάνεια(78), δεδομένου ότι έχει τα ί­δια χαρακτηριστικά με τις ιερές προσφορές. Α­ποτελούσε το απαραί­τητο απόσπασμα μιας σημαντικής εξαγνιστικής τελετουργίας, της οποίας η ρίζα ανιχνεύε­ται σε πρωτόγονες ιδέ­ες, στα taboo (79). Είναι γνωστή η πίστη των πρω­τόγονων κυνηγών της Με­σολιθικής ή ίσως και της Πα­λαιολιθικής Περιόδου στις τελε­τές εξαγνισμού προτού εξορμή­σουν για κυνήγι με σκοπό τον καθαρμό τους απ’ το μίασμα του αίματος του ζώου (80). Οι δοξασίες αυτές είναι τα υπολείμματα των πρώ­των ιερών προσφορών για την καρποφορία της γης και των αγροτικών τελετών της περιόδου της αγροτικής οικονομίας της ανθρωπότητας. Οι μα­γικές τελετουργίες διείσδυσαν έτσι στη λατρεία των θεών κι έγιναν ιερές τελετές. Υπό την έννοια αυτή είναι «προθεϊστικές». Οι προθεϊστικές μαγι­κές συνήθειες συνδέονται ιδιαίτερα στην αρχαία Ελλάδα με τη γεωργία,η οποία, κατά την διάρκεια των προϊστορικών χρόνων, πρέπει να αποτελούσε την σπουδαιότερη ή τουλάχιστον μια αναγκαία βιοποριστική πηγή, όπως επισημαίνει ο M. Nilsson (81). Επιπλέον, το κλαδί της ελιάς έμεινε πάντα να συμβολίζει, εκτός από την καθαρότητα και την ηρεμία η οποία επέρχεται από την αγνότητα, και, κατ΄ επέκταση, την εσωτερική γαλήνη. Στον Νώε ένα κλαδί ελιάς φανέρωσε το τέλος της καταιγίδας, τη σωτηρία. Ο ελαιώνας παραπέμπει σε χώρο προσκυνήματος και ηρεμίας, σε μέρος βαθιάς επικοινωνίας με τις ανώτερες δυνάμεις, σε τόπο προσευχής, όπως το Ορος των Ελαιών. Γενικότερα, τα κλαδιά της ε­λιάς σε όλον τον κόσμο συμβολίζουν το ανώτερο σύγχρονο αναγκαίο αγαθό, την πολιτική και κοι­νωνική ειρήνη. Μέσα απ’ όλα αυτά παρατηρείται, κατά την πορεία της σκέψης, ένα διαδοχικό πέρα­σμα από τις μαγικές δοξασίες στις θρησκευτικές α­ντιλήψεις και από τις μεταφυσικές σε ανώτερες θεωρίες, με μια ταυτόχρονη ενσωμάτωση και εκλογί­κευση των ιδεών από τον κόσμο της μαγείας στον κόσμο της θρησκείας

 

Αριστερά: Αργυρός στατήρας Ζακύνθου, π. 370 – 360 π.Χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα δαφνοστεφανωμένη (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals)

Μέσο: Χρυσός διπλός στατήρας Αλεξάνδρου Γ’ Μακεδονίας, 336 – π. 323 π.Χ.. Οπισθότυπος: Νίκη η οποία κρατά στεφάνι και στυλίδα (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Δεξιά: Μισό χρυσού στατήρα Πύρρου Ηπείρου, 278 – 276 π.Χ.. Οπισθότυπος: Νίκη η οποία κρατά τρόπαιο και στεφάνι (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 48)

 

Η τελετή στέψης του νικητή των αγώνων έχει και άλλους συμβολισμούς, καθώς θυμίζει την τελε­τή στέψης του αρχαίου βασιλιά. Σε κάποιο στάδιο της αρχαϊκής κοινωνίας ο βασιλιάς είχε ιερό χα­ρακτήρα εφόσον θεωρείτο προικισμένος με υπερ­φυσικές δυνάμεις ή αποτελούσε την ενσάρκωοη της θεότητας (82). Η στέψη του νικητή και η ωδή κατά την επιστροφή του στην πατρίδα είχαν τα τελε­τουργικά χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού θριάμ­βου, ο οποίος θύμιζε την αποθεωτική στέψη τον αρχαίου εποχικού βασιλιά (83). Ο «εποχικός βασι­λιάς» ενσάρκωνε τον δαίμονα Ενιαυτό στην τοπι­κή του μορφή, τον αγαθό δαίμονα στον οποίο προ­σωποποιείται το πνεύμα του χρόνου στο γεωργικό στάδιο επηρεάζοντας τη βλάστηση και την εσο­δεία (84). Η βασιλεία του τελείωνε, οπότε έπρεπε να θανατωθεί ή γινόταν ανανέωση της θεϊκής ευλο­γίας ανά εννεαετία (85). Το στεφάνι της στέψης των βασιλιάδων τους εξάγνιζε από κάθε ενοχή και τους προστάτευε από κάθε κακό, καθαίροντας μέ­σω αυτών και την κοινότητα από τα κρίματα, αφού οι βασιλιάδες αυτήν εκπροσωπούσαν. Οι αγώνες αυτού του είδους στην αρχαιότερη, ίσως λειτουργία τους ξεκινούσαν από αγωνίσματα των μυητικών τελετών της Ενήβωσης, δηλαδή πανάρχαιων ιεροτελεστιών μύησης των εφήβων, με τις οποίες γινόταν δεκτή η ενσωμάτωση τους στην τάξη των ενηλίκων (86). Η αγιότητα μεταφέρθηκε στον αρχαίο εποχικό βασιλιά κι αντακλάτο μέχρι τους κλασικούς χρόνους στον νικητή των Ιερών Αγώνων, ο οποίος άγγιζε τα όρια ενός θεού (87) . Η τελετή της στέψης μετάλλασσε τη φύση του νικητή αναβαθμίζοντας την προηγούμενη ποιότηητή του, καθώς αυτός μεταβαλλόταν από αθλητή σε ήρωα της βλάστησης και σε «θεό του Μαϊου», όπως τον ονομάζει ο Piere Leveque (88). Ο τελευταίος υποστηρίζει πως το τυπικό των αγώνων στο σύνολο του γιορτάζει την αέναη επιστροφή, τη διαρκή ανανέωση της φύσης, που είναι η πηγή της ζωής. Οι λειτουργίες αυτές, της ανανέωσης και της «παραγωγής της φύσης, εξηγούνται κυρίως στο πλαίσιο μιας θρησκείας της γονιμότητας, της οποίας οι απαρχές ανιχνεύονται κάπου στην Ανατολή της Νεολιθικής Περιόδου και η οποία εισέρχεται στην Ελλάδα οριστικά από τους Αχαιούς (89), είναι σαφές πως από την περίοδο εκείνη μέχρι την διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων (776 π.Χ.) πολυάριθμες πολιτισμικές εξελίξεις και μετεξελί­ξεις επήλθαν, όπως επίσης είναι σαφές πως η πνευματικότητα των αγώνων βρίσκεται στα βάθη μιας μακρόχρονης συλλογικής διανοητικής διεργασίας (90). Με άλλα λόγια, η Ολυμπία βρίσκεται στο κέντρο πολλαπλών πολιτισμικών επιδράσεων, εκ­δηλώνοντας, όμως, τη συνθετική ικανότητα του νέου και δυναμικού λαού να παραλαμβάνει πολι­τισμικά κι εθνολογικά στοιχεία της πρώιμης επο­χής και να διατηρεί στην ιστορική εποχή ό,τι αντα­ποκρίνεται στον δικό του τρόπο ζωής, προσδίδο­ντας τους έναν εθνικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα (91).

Έτσι, η Ολυμπία αναδεικνύεται σε τόπο πρόσμει­ξης πολιτισμών, ο οποίος, προσλαμβάνοντας ξένα στοιχεία, τα εξελληνίζει μ’ έναν τρόπο ίσως μονα­δικό στην Ιστορία.

 

Μαρμάρινη αττική στήλη (α’ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.) του «Αυτοστεφανούμενου» από τον ναό της Αθηνάς στο Σούνιο (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 49)

 

Η λατρεία των δένδρων έχει διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στη θρη­σκευτική ιστορία της Αρίας φυλής στην Ευρώπη, ό­πως υποστηρίζει ο J. Frazer. Το ιερό κλαδί που φέρνει ζωή και γονιμότητα α­σκεί ακόμη σπουδαίο ρόλο στα αγροτικά έθιμα της σύγχρονης Ευρώπης, αλλά και των άλλων Ηπεί­ρων (93). Το ίδιο ισχύει και για την ανανεωτική δύνα­μη του δένδρου. Έτσι, οι παίκτες μπάλας των Ινδιάνων Cherokee πλένουν το σώμα τους με το νερό των ριζών του φυτού κάτγουντ, για να ενδυ­ναμώσουν τους μύες τους (94). Ανάλογα τελετουργι­κά στοιχεία επιβιώνουν και στην Ελλάδα (95). Η ευ­εργετική δύναμη που εμπεριέχεται στο ιερό κλαδί βρίσκει εφαρμογή σε πολλές από τις σημαντικές στιγμές της ζωής, όπως στο στεφάνι της τελετής του γάμου (96). Παρόμοιες αντιλήψεις εντοπίζονται σε διάφορα έθιμα, όπως είναι το κλαδί ή το στεφά­νι του Μαϊού (97), οι θρησκευτικές και θεραπευτικές ιδιότητες της δάφνης, τα βάγια με το κλαδί της ε­λιάς, η υποδοχή του Ιησού με βάγια την Κυριακή των Βαΐων (98), το στεφάνι του βασιλιά, ίσως το Χριστουγεννιάτικο δένδρο, καθώς επίσης και άλ­λα έθιμα τα οποία μέσω της θρησκείας εισέδυσαν στην κοινωνία και διατηρούνται ακμαία ως σήμε­ρα (99). Αυτά όλα φανερώνουν τελικά μια σιωπηρή ε­σωτερική αλληλουχία των ανθρώπινων εκδηλώσε­ων και μια μετάβαση κόσμου από τη μαγεία στη θρησκεία και από την φαντασία στην λογική. Όσο και αν μιλήσει κανείς για σταδιακή ωρίμανση του πολιτισμού, διακρίνεται ωστόσο στις διάφορες φάσεις της ιστορίας της ανθρωπότητας ένας κοινός παρανομαστής, ο οποίος συνενώνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις: πάντοτε ο άνθρωπος επιδιώκει με πάθος το ίδιο, την αλήθεια, η οποία ταυτίζεται με την αναζήτηση της γνώσης, η οποία αποτελεί, όπως επισημαίνει ο Frazer (100)  το ευγενέστερο και ι­σχυρότερο μέσο για τη βελτίωση της ανθρώπινης μοίρας.

 

«Απόλλων σπένδων»: παράσταση στο εσωτερικό λευκής κύλικας (π. 470 π.Χ.), η οποία ανακαλύφθηκε στους Δελφούς. Ο Απόλλων κάθεται μεγαλοπρεπώς σε πτυκτό δίφρο και στο κεφάλι με την καλοχτενισμένη κόμη φέρει κλαδί δάφνης (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 49)

 

Το στεφάνι των νικητών των αγώνων έχει ως εκ τούτου διάφορους ηθικούς συμβολισμούς, πολ­λοί από τους οποίους χάθηκαν στην πορεία του χρόνου, ενώ άλλοι διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Οι συμβολισμοί αυτοί ανάγονται στην εποχή του μύθου τότε που κάθε φυσικό φαινόμενο λάμβανε μεταφυσικές διαστάσεις. Οι μαγικές αυτές ερμηνείες αποτελούν υπολείμματα της λατρείας του δένδρου, τότε που ο απολίτιστος άνθρωπος πίστευε στη θεωρία του «ανιμισμού» (101). Αργότερα οι θεωρίες αυτές, της ευεργετικής επίδρασης του ιερού κλώνου ή της προστασίας από κακές επιδράσεις, ε­πικαλύπτονται από τον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας και ενσωματώνουν ανάλογες αντιλή­ψεις. Μετέπειτα ο ανιμισμός δίνει τη θέση του στον πολυθεϊσμό, προσδίδοντας στις αντιλήψεις αυτές θρησκευτικό περιεχόμενο, όπως αυτό της ε­ξιλέωσης, ιδέα η οποία δεν ανήκει στον χώρο της μαγείας, αλλά της θρησκείας. Άλλες σημαντικές α­ξίες είναι αυτή της αγνότητας, της κάθαρσης και του συμβόλου της παγκόσμιας ειρήνης, οι οποίες ε­πιβιώνουν ως τις μέρες μας, παρά τον σκληρό «ανταγωνισμό» τους με το χρηματικό κέρδος το ο­ποίο αποφέρουν στην εποχή μας οι αθλητικές νί­κες. Γενικά, πάντως, οι συμβολισμοί και οι πα­ραπάνω ερμηνείες του στεφανιού στέψης του νικητή των αγώνων επιβεβαιώ­νουν τη θεωρία ότι ο αθλητισμός αποτελεί   έναν   «μικρόκοσμο» και έναν καθρέπτη της κοινωνικής εξέλιξης, αντανακλώντας την πορεία της κοινωνίας» (102)

 

Αναμνηστικό μετάλλιο των Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στο οποίο παρίσταται επιχρυσωμένη Νίκη, έργο του Νικηφόρου Λύτρα (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 51)