ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ στην ΟΛΥΜΠΙΑ

 

 

 

ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΗΘΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΟΓΓΑΚΗ, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Το στεφάνι με το οποίο στεφανώνονται σήμερα οι νικητές των Ολυμπιακών αγώνων δεν είναι ένα σύγχρονο έθιμο, ούτε μια συνήθεια η οποία απλώς ακολουθεί ένα τυπικό τελετουργικό. Αντιθέτως, η συνήθεια αυτή ανιχνεύεται πολύ πίσω στον χρόνο και έχει τις ρίζες της σε πολύ παλιές παραδόσεις, τότε που η αλήθεια και η λογική μπερδεύονταν γλυκά με την φαντασία και τον μύθο. Η παρούσα εργασία παρακολουθεί τη σημασία της στέψης του νικητή στους αθλητικούς αγώνες, φωτίζοντας μια εσωτερική ροή και συνδέοντας το γεγονός αυτό με τις πολλαπλές επιβιώσεις του σε διάφορες εκδηλώσεις της σύγχρονης πολιτισμικής πραγματικότητας.

 

Οι καταγωγές της τελετουργίας της στέψης και η σημασία τους

Σύμφωνα με μια από τις παλαιότερες παραδόσεις για την καταγωγή των Ολυμπιακών αγώνων, όταν γεν­νήθηκε ο πατέρας των θεών, Ζευς, η Ρέα, η μητέρα του, ανέθεσε τη φύλαξη του παιδιού της στους Ιδαίους Δακτύλους, πέντε αδέλφια που είχαν έλθει από το όρος της Κρήτης Ίδη (1). Ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια αυτά ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος πρότεινε στους αδελφούς του να διαγωνισθούν ατό αγώνισμα του δρόμου (2), για να διασκεδάσουν (παίζοντας), στεφανώνοντας τον νικητή με κλάδο κότινου (αγριελιάς) (3). Το δένδρο της αγριελιάς έφερε στην Ελλάδα ο ίδιος ο Ηρακλής από τη χοίρα των Υπερβορείων, των ανθρώπων που κατοικούν πέρα απ’ τον βόρειο άνεμο (4), για να παρέχει σκιά στους πολλούς επισκέπτες που συρρέουν στο ιερό άλσος του Λία, αλλά και για να χρησιμεύσει ως στέφανος των αρετών (5). Στον Ιδαίο Ηρακλή κατά συνέπεια, σύμφωνα με την παράδοση αυτή, ανήκει η δόξα ότι πρώτος αυτός καθιέρωσε τον αγώνα και τον ονόμασε «Ολύμπια» (6). Καθόρισε, μάλιστα, να τελείται ο αγώνας αυτός κάθε πέμπτο έτος, ε­πειδή πέντε ήταν αυτός με τους αδελφούς του (7). Στον ίδιο ανήκει και η καθιέρωση της στέψης του  νικητή των αγώνων της Ολυμπίας με το στεφάνι από τον κότινο, τον οποίο έφερε ως δώρο από τις σκιερές πηγές του Ίστρου, μιας χώ­ρας που περιγράφεται ως ονειρική (8).

 

Μωσαϊκό δάπεδο τον 5ον αι. μ.Χ. παράσταση Νίκης η οποία στεφανώνει νικητή (Λάρισα, Αρχαιολογικό Μουσείο) (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 43)

 

Ο λαός των Υπερβορείων συνδέεται με την Ελλάδα μέσω και άλλων παραδό­σεων (9). Οι Υπερβόρειες Παρθένες είναι αυτές που κομίζουν τις ιερές προσφορές από τον τόπο τους στη Δήλο (10), και οι ο­ποίες έχουν στενή σχέση με τη δενδρολατρία (11). Ίσως, μάλιστα, μέσο των Υπερβορείων υπάρχει ένας εσωτερικός σύνδεσμος των Ολυμπίων αγώνων και των Δελφικών, καθόσον συνδέο­νται και με τον Ηρακλή, ιδρυτή των Ολυμπίων κατά μια παράδοση, αλλά και με τον Απόλλωνα (12), ιδρυτή των Πυθίων αγώνων και θεό των εξαγνι­σμών. Η καλλιστέφανος ελαία (13) συνδέεται με τη δάφνη, το ιερό φυτό του Απόλλωνα, και με άλλον τρόπο, αφού λαμβάνοντας και τα δύο φυτά μέρος στον τοκετό της μητέρας του, Λητούς (14), τη βοηθούν να γεννήσει. Η συμμετοχή τους στη γέννα απηχεί την αντίληψη των αρχαίων ότι πολλά φυτά και δένδρα, έχοντας μαγικές ιδιότητες, συνέβαλλαν αποτελεσματικά στη διαδικασία τον τοκετού (15). Η ελιά συνδέεται επίσης και με την Αθηνά, την πολιούχο θεά των Αθηνών, της οποίας αποτελεί το ιερό δένδρο (16). Στα Παναθήναια, την επιφανή εορτή της πόλης των Αθηνών, οι νικητές των αθλητικών αγώνων λάμβαναν ως έπαθλο έναν παναθηναϊκό αμφορέα, γεμάτο λάδι από τον ιερό ελαιώνα της θεάς (17).

 

Αριστερά: Στεφάνι για τους νικητές των αγώνων

Μέσο: Ο Δίας με στεφάνι νικητή

Δεξιά: Η θεά Νίκη στεφανώνει τον νικητή αθλητή.

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 44)

 

 

Η παράδοση πως το δένδρο της ελιάς είναι «ιερό» (18) είναι πανάρχαια, ενώ εξίσου παλαιά, όπως μαρτυριέται, είναι και η ιερότητα που αποδιδόταν στον κότινο και στην τελετή στέψης. Ο ίδιος ο Ιφιτος, ο Ηλείος βασιλιάς ο οποίος αναδιοργάνωσε τους Ολυμπιακούς αγώνες και την ιερή ανακωχή (εκεχειρία) (19) , παριστάνεται στην τέχνη ακριβώς η στιγμή κατά την οποία στεφανώνεται από μια γυναίκα, την προσωποποιημένη Εκεχειρία (20). Αλλά και οι σπονδοφόροι, αυτοί δηλαδή από τους οποί­ους γινόταν η αναγγελία της εκεχειρίας, ανακοί­νωναν την έναρξη της φέροντας στο κεφάλι στεφάνι ελιάς (21). Έτσι, κατά τους αρχαίους χρόνους οι στέφανοι των Ολυμπιονικών αποτελούσαν ένα από τα θρησκευτικά γνωρίσματα των αγώνων. Τους στεφάνους που προορίζονταν για τους νικητές έπλεκαν από μια αγριελιά που είχε φυτρώσει έξω απ’ την Άλτη (22), τα κλαδιά της οποίας έπρεπε να κόψει παιδί του οποίου ζούσαν και οι δύο γονείς. Ύστερα τοποθετούσαν τους στεφάνους επά­νω σε μια τράπεζα που βρισκόταν, μεταξύ άλλων αφιερωμάτων, σε μια ζώνη της λάρνακας του Κύψελου (23). Προτού μάλιστα κατασκευασθεί γι’ αυτόν τον σκοπό η τράπεζα, υπήρχε μέσα στον πρόναο ένας επιχαλκωμένος τρίποδας, επάνω στον ο­ποίο εκτίθονταν οι στέφανοι των νικητών προτού απονεμηθούν (24). Η ιερότητα των στεφανιών της νί­κης φαίνεται κι από το τελετουργικό που ακολοθούσε την εναπόθεση τους στα κεφάλια των νίκητών. Οι Ελλανοδίκες, εκτελώντας τις παλαιές εντολές του Ηρακλή, επισημαίνει ο Πίνδαρος, το­ποθετούσαν στα μαλλιά των νικητών, πάνω απ’ το μέτωπο τους, την αίγλη της γλαυκόχρου ελαίας (25) , κοσμώντας τους την κόμη (26). Μεταξύ άλλων, όσο οι Ελλανοδίκες, εστεμμένοι κι οι ίδιοι με δάφνη, στεφάνωναν τον νικητή, οι θεατές τον έραιναν με άνθη και στεφάνια «φυλλοβολία» (27). Αλλά και με­τά τον «φυλλοφόρο» αγώνα, όπως ονομάζει ο Πίν­δαρος τους Ολυμπιακούς αγώνες (28), το στεφάνι της νίκης εναπόθετε ο νικητής και πάλι στον ναό, ως ευχαριστία και προσφορά στον θεό ο οποίος του το είχε δωρίσει (29). Κι ο θεός των αγώνων της Ολυμπίας άλλωστε, ο Δίας, στο περίφημο χρυσελε­φάντινο άγαλμα του παριστάνεται καθισμένος στον θρόνο φέροντας στο κεφάλι χρυσό στεφάνι, κατ’ απομίμηση κλώνων ελιάς (30). Στο δεξί του χέρι κρατά Νίκη από ελεφαντοστούν, η οποία φέρει ε­πίσης στέφανο στην κεφαλή (31). Τέλος, κλώνους ε­λιάς απόθεταν επάνω στους βωμούς οι Ηλείοι ό­ταν θυσίαζαν, μια φορά τον μήνα 932)

Η εναπόθεση του στεφανιού στο κεφάλι των νικητών των αγώνων υποδηλώνει, επομένως, την ύπαρξη βαθύτερων δοξασιών, οι οποίες κατά τη μακρινή πορεία του χρόνου εξελίχθηκαν σε αντιλήψεις, ενώ, στη συνέχεια, με την επέμβαση του λογικού στο φανταστικό στοιχείο, μεταλλάχθηκαν ή απωθήθηκαν στο υποσυνείδητο του ανθρώπου. Για τον απολίτιστο άνθρωπο όλος ο κόσμος γενικά έχει ψυχή, είναι έμψυχος, και αυτή ακριβώς είναι η βασική ιδέα στην οποία στηρίζονται διάφορες λατρείες, όπως οι αναπτυσσόμενες λατρείες των λίθων, των φυτών και των δένδρων (33). Η λατρεία του δένδρου, η οποία, κατά τον Walter Burkert πι­θανόν κατείχε εξέχουσα θέση και στη μινωική και στη μυκηναϊκή θρησκεία (34), φαίνεται ότι εκφραζό­ταν μεταξύ άλλων και με τον «ιερό κλώνο» (35). Το ιερό κλαδί, το οποίο συναντά κανείς στις αγροτι­κές εορτές της αρχαίας Ελλάδας, θεωρείτο ότι έ­φερνε ζωή και γονιμότητα, ως επιβίωση αυτής της λατρείας (36). Το ιερό κλαδί οικειοποιήθηκαν αργότερα οι ήρωες και οι θεοί. Το κλαδί της αγριελιάς οι­κειοποιήθηκε ο Ηρακλής και μετέπειτα ο Δίας, το κλαδί της προφητικής ιερής δρυός ο Δίας στη Δω­δώνη (37), το κλαδί της προφητικής δάφνης ο Απόλ­λων στους Δελφούς (38), ενώ άλλα δένδρα, φυτά ή παράγωγά τους, όπως η πίτυς (πεύκο), το σέλινο, το κλαδί φοίνικα ή το μήλο αποτελούσαν τα βρα­βεία των νικητών στα Ίσθμια και στα Νέμεα (39). Το ιερό κλαδί ή το στεφάνι από τους ιερούς κλώνους κατέστη το αχώριστο σύμβολο όλων των τελετουργιών και των εορτών (40).

 

 

Άνω: Αργυρό τετράδραχμο Συρακουσών, π. 406 π.Χ. Οπισθότυπος: Τέθριππο και Νίκη που στεφανώνει τον ηνίοχο (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals).

Κάτω: Αργυρό τετράδραχμο Ακράγαντος Σικελίας, π. 415 – 405 π.Χ. Εμπροσθότυπος: Τέθριππο και Νίκη που στεφανώνει τον ηνίοχο (Βρυξέλλες, Bibliotheque Royale – Cabinet des Medailles)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 45)

 

 

Το ιερό κλαδί το οποίο φέρνει ζωή και γονιμότητα διαδραματίζει ακόμη σπουδαίο ρόλο στα αγροτικά έθιμα της σύγχρο­νης Ευρώπης, αλλά εξίσου σημα­ντικό ρόλο διαδραμάτιζε και στην αρχαία Ελλάδα, όπου ονομαζόταν «ειρεσιώνη» ή «κορυθάλη» (41). Συναντάται σε αγροτικές εορτές, όπως τα Θαργήλια και τα Πυανόψια, τις δύο μεγάλες εορτές του θερισμού ή τα Οσχοφόρια, την εορτή του τρύγου (42). Σε ένα κλαδί ελιάς έδεναν όλων των ειδών τα φρούτα καθώς και μπουκαλάκια με κρασί ή λάδι και, αφού το περιέφεραν, το έστηναν μπροστά στο σπίτι τους, όπου έμενε σαν φυλακτό κατά των λοιμών και των κακών για έναν χρόνο, οπότε το αντικαθιστούσαν με ένα καινούργιο (43), όπως γίνεται και σήμερα με το στεφάνι του Μαΐου. Αλλά και όποιος ζητούσε την προστασία των θεών, κρατούσε την «ικετηρία», ένα κλαδί όπου ήταν δεμένες κορδέλες (44). Το ιερό κλαδί οικειοποιήθηκε και ο θεός Απόλλων, εντάσ­σοντας το, όπως αναφέρεται παρακάτω, στις τελε­τές του, κυρίως στους Δελφούς, όπου ο «αμφιθαλής παις» έφερνε την ειρεσιώνη από τις τελετές κα­θαρμού των Τεμπών (45). Ο βαθύτερος συμβολισμός της ειρεσιώνης και της ικετηρίας ήταν αυτός της αποτροπής των κακών επιδράσεων, δηλαδή του εξορκισμού του κακού και της επίκλησης της καλής τύχης, καθώς επίσης και του εξαγνισμού (46).

Το στεφάνι που στόλιζε τα κεφάλια αυτών που συμμετείχαν στις θυσίες, στις εορτές και στους αγώνες οφείλει την προέλευση του στην πίστη ότι το κλαδί που ανθίζει είναι ευεργετικό (47). Για την αρχαϊκή θρησκευτική εμπειρία ορισμένα δένδρα αντιπροσωπεύουν κάποια ισχύ, η οποία δεν οφείλεται μόνο στο ίδιο το δένδρο, αλλά κυρίως στις κοσμολογικές του προεκτάσεις. Μ’ άλλα λόγια δεν υπάρχει λατρεία αυτού καθαυτό του δένδρου, αλλά στην απεικόνιση του κρύβεται μια πνευματική οντότητα (48). Το δένδρο καθίσταται θρησκευτικό αντικείμενο, επισημαίνει ο M. Elliade, με την απλή παρουσία του (την «ισχύ») και με τον νόμο της εξέλιξής του (την «αναγέννηση»), επαναλαμβάνοντας αυτό που για την εμπειρία των πρωτόγονων είναι ο Κόσμος ολόκληρος (49). Για την αρχαϊκή συνείδη­ση το δένδρο αποτελούσε ένα σύμβολο της ανεξά­ντλητης Ζωής, αποτελούσε το Σύμπαν, μορφή μι την οποία απαντά στους πιο προηγμένους πολιτι­σμούς (50).

 

Άνω: Αργυρό τετράδραχμο Χαλκιδικής Συμμαχίας (Όλυνθος), π. 401- 398 π.Χ. . Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα, προστάτη της Συμμαχίας δαφνοστεφανωμένη (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Κάτω: Χρυσός στατήρας Φιλίππου Β΄ Μακεδονίας, π. 323/2 – 315 π.Χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 46)

 

Η δύναμη που βρισκόταν μέσα στο ιερό κλαδί μεταδιδόταν απλός από την παρουσία του ή την ε­παφή με αυτό. Η βασική ιδέα των αντιλήψεων αυ­τών, παρατηρεί ο M. P. Nilsson, ήταν αμιγώς μαγι­κή (51). Με το ιερό κλαδί ή το στεφάνι πίστευαν ότι ο άνθρωπος ερχόταν σε επαφή με την ευεργετική δύναμη η οποία ζούσε μέσα στο ιερό κλαδί και η ο­ποία μπορούσε να μεταδοθεί σε ό,τι ερχόταν σ’ ε­παφή μαζί του (52). Θεωρούσαν ότι ο άνθρωπος, μέ­σω του κλώνου, ερχόταν σε επικοινωνία με την υ­περφυσική δύναμη. Η πίστη αυτή, της ένωσης με το θείο, βασίζεται, κατά τον Μ.Π. Νιλσσον, στην ίδια α­ντίληψη η οποία διέπει τη Θεία Κοινωνία (53). Έτσι όποιοι αθλητές στεφανώνονταν, δέχονταν ένα μέ­ρος από τη θεία δύναμη του ιερού δένδρου, απ’ τα κλαδιά του οποίου είχε κατασκευασθεί το νικητή­ριο στεφάνι και μετουσιώνονταν στους «ἐπὶ τῆς γῆς μακάριους» (54). Γι αυτόν τον λόγο το λιτό στεφάνι της αγριελιάς εκτιμάτο τόσο, ώστε ο­ρισμένοι από τους αθλητές ολυμπιονίκες να ξεψυχήσουν από συγκίνηση την ώρα της στέ­ψης τους (55).

Στους ιστορικούς και στους κλασικούς χρόνους βρίσκουμε πολλές επιβιώσεις τη; πρωτόγονης λατρείας του δένδρου (56). Στο θρησκευτικό φως των ιστορικών χρόνων και κατά τη φάση της ολοκλήρωσης του ολυμπικού πανθέου, αυτή η πίστη εισχώρησε σε όλες τις τελετουργίες των Ελλήνων, επο­μένως και στις αθλητικές. Οι αγώνες απέκτη­σαν έναν προστάτη θεό, στο όνομα του οποίου πραγματοποιούντο. Το στεφάνι εμπεριείχε την αρχική ιδέα, αλλά το πνεύμα το οποίο μετέδιδε πλέον ήταν πνεύμα θεϊκό και όχι μαγικό. Το κλαδί των αγώνων που στεφάνωνε τους νικητές εμπλου­τίσθηκε και με άλλες θρησκευτικές αξίες και κατέ­στη «ιερό», όπως και οι αγώνες. Ο νικητής θεωρεί­το ο ευνοούμενος του θεού, ο θνητός τον οποίο ο θεός αξίωσε για την κατάκτηση της ευτυχίας (57). Ο στέφανος απέκτησε τη θρησκευτική και ηθική αξία του εξαγνισμού, του καθαρμού, καθώς και την α­ξία τηςαρετής (58). Ο αθλητής που το φορούσε εξα­γνιζόταν, είχε κατορθώσει να εξιλεωθεί απέναντι στον θεό, ενώ ο εξαγνισμός του αποτελούσε τηνπροϋπόθεση για την επικοινωνία του με το θείο (55). Η ιδέα της εξιλέωσης δεν ανήκει στον χώρο της μαγείας, αλλά σ’ εκείνον της θρησκείας, παρα­τηρεί o Ξ.Γ. Φραζερ (60). Το πολυπόθητο κλαδί αγριε­λιάς των νικητών της Ολυμπίας, όπως και η δάφ­νη των νικητών των Δελφών, καθώς και τα άλλα φυτά των ιερών αγώνων, αποτελούσαν το θεϊκό σημάδι το οποίο δέχθηκε ο τυχερός των αγώνων και το οποίο μετάλλασσε την προηγούμενη φύση του,μεταβάλλοντας τον από θνητό σε ένδοξο, σε πρόσωπο καθαρμένο και ιερό. Η πίστη πως η ευτυχία ήταν αφιερωμένη στον θεό δικαιολογείται από τη στεφαναφορία (61), την πομπή η οποία τελείτο προς τιμή του στεφανωμένου νικητή και την ε­πιστροφή του στεφανιού στον θεό, την κατάθεση, δηλαδή, του ιερού στεφανιού στον τοίχο του ναού του θεού από τον οποίο προήλθε (62). Το έθιμο αυτό ίσχυε από τα παλαιότερα χρόνια, όταν ακόμη για έ­παθλο στους νικητές δίνονταν χάλκινοι τρίποδες τους οποίους δεν έπρεπε οι αθλητές να απομακρύ­νουν απ’ το ιερό, αλλά να τους αφιερώνουν στον θεό. Ένας αθλητής από την Αλικαρνασσό, μάλιστα, παρατηρεί ο Ηρόδοτος, ο οποίος περιφρόνησε τον νόμο αυτόν, τιμωρήθηκε με τον αποκλεισμό της πόλης του από το ιερό (63).

 

Αριστερά: Αργυρό τετράδραχμο Αθηνών, π. 440 – 420 π.Χ. . Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Αθηνάς, στεφανωμένη με φύλλα ελιάς (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Δεξιά: Αργυρό τετράδραχμο Αμφίπολης Μακεδονίας, 356 – 355 π.χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα δαφνοστεφανωμένη (Βοστώνη, Museum of Fine Arts)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 47)

 

Οι ανωτέρω αντιλήψεις γίνονται εναργείς και στη δάφνη των Δελφικών αγώνων (64), η οποία δια­δραματίζει σημαντικό ρόλο και στη χρησμοδοσίατου Μαντείου (65). Η δάφνη συνδέεται με τον Απόλ­λωνα μέσο πολλών παραδόσεων (66), δεδομένου ότι αποτελεί το έμβλημα του θεού (67) και τοπροφητικό του σύμβολο (68): με δάφνινο στεφάνι στεφανώνο­νται οι νικητές των αγώνων του θεού. Αλλά και η Πυθία, το όργανο του Απόλλωνα,μασώντας την εκστατική δάφνη (69) εμπνέεται τις προφητείες του Μαντείου, οι οποίες για 12 περίπου αι­ώνες καθόριζαν την ελληνική πραγ­ματικότητα. Ο ίδιος ο Απόλλων κα­θιέρωσε ως έμβλημα του καθαρ­μού τη δάφνη (70) επέστρεψε από τα θεσσαλικά Τέμπη, τον τόπο εξα­γνισμού του για το μίασμα του φό­νου του Πύθωνα, στεφανωμένος με τη δάφνη την Τεμπική, ενώ, κρατώντας στοδεξί του χέρι κλάδο απ΄ αυτήν, ίδρυσε το μαντείο των Δελφών και καθιέρωσε τους Πυθικούς αγώνες (71). Προφανώς, ο θεός των εξαγνισμών οικειοποιήθηκε τις σχετικές τελετουργίες της περιοχής των Τεμπών για να τις εντάξει στη λατρεία του στους Δελφούς και να τους προσδώσει νέα και μεγαλύτερη λάμψη (72). Υποβάλλοντας ο ίδιος τον εαυτό του στη διαδικασία κά­θαρσης και επι­στρέφοντας εξα­γνισμένος με την ιερή δάφνη, υπέ­δειξε με το παρά­δειγμα του την υπο­χρέωση του εξαγνι­σμού. Οι νικητές των Πυθίων αγώνων στεφα­νώνονταν με τη δάφνη απ’ το ιερό δένδρο από το οποίο στεφανώθηκε κι ο ίδιος ο θεός όταν εξαγνίσθηκε (71). Κάθε φορά τη δάφνη έφερνε από τα Τέμπη ο αμφιθαλής κόρος, του οποίου για λό­γους αγνότητας έπρεπε και οι δύο γονείς να βρί­σκονται εν ζωή (74), και ο οποίος, προσωποποιώ­ντας τον Απόλλωνα, τρεπόταν σε φυγή στα Τέμπη από όπου επέστρεφε εξαγνισμένος (75). Η δάφνη αυ­τή θεωρείτο «αγία» (76) και «εξαγνιστική» (77), αποτε­λώντας την προσωποποίηση του εξαγνισμού. Ταυ­τόχρονα η ίδια είχε ενσωματωμένη τη δύναμη να ε­ξαγνίσει, μεταδίδοντας την ιερή της ιδιότητα σε ό,τι ερχόταν σε επαφή μαζί της. Κατά συνέπεια τη μετέδιδε και στους νικητές των αγώνων, οι οποίοι, στεφανωμένοι με τη θεϊκή δάφνη, αποκτούσαν το προνόμιο να γίνουν οι εκλεκτοί του θεού. Η δύνα­μη του ιερού δένδρου τους απάλλασσε από κάθε ενοχή, αλλά, κυρίως, τους έθετε υπό την προστασία του θεού. Τα κλαδιά της δάφνης, επομένως, μεταφέρονταν από τις τελετές εξαγνισμού στους Δελφούς για να στολίσουν τους νικητές των το­πικών αγώνων και να τους μεταδώσουν την εξαγνιστική δύναμη της. Το κλαδί του ιερού φυτού ή δένδρου σ’ αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την αντιπροσώ­πευση του ίδιου του θεού, πρό­κειται δηλαδή για μια ιεροφάνεια, για θεοφάνεια(78), δεδομένου ότι έχει τα ί­δια χαρακτηριστικά με τις ιερές προσφορές. Α­ποτελούσε το απαραί­τητο απόσπασμα μιας σημαντικής εξαγνιστικής τελετουργίας, της οποίας η ρίζα ανιχνεύε­ται σε πρωτόγονες ιδέ­ες, στα taboo (79). Είναι γνωστή η πίστη των πρω­τόγονων κυνηγών της Με­σολιθικής ή ίσως και της Πα­λαιολιθικής Περιόδου στις τελε­τές εξαγνισμού προτού εξορμή­σουν για κυνήγι με σκοπό τον καθαρμό τους απ’ το μίασμα του αίματος του ζώου (80). Οι δοξασίες αυτές είναι τα υπολείμματα των πρώ­των ιερών προσφορών για την καρποφορία της γης και των αγροτικών τελετών της περιόδου της αγροτικής οικονομίας της ανθρωπότητας. Οι μα­γικές τελετουργίες διείσδυσαν έτσι στη λατρεία των θεών κι έγιναν ιερές τελετές. Υπό την έννοια αυτή είναι «προθεϊστικές». Οι προθεϊστικές μαγι­κές συνήθειες συνδέονται ιδιαίτερα στην αρχαία Ελλάδα με τη γεωργία,η οποία, κατά την διάρκεια των προϊστορικών χρόνων, πρέπει να αποτελούσε την σπουδαιότερη ή τουλάχιστον μια αναγκαία βιοποριστική πηγή, όπως επισημαίνει ο M. Nilsson (81). Επιπλέον, το κλαδί της ελιάς έμεινε πάντα να συμβολίζει, εκτός από την καθαρότητα και την ηρεμία η οποία επέρχεται από την αγνότητα, και, κατ΄ επέκταση, την εσωτερική γαλήνη. Στον Νώε ένα κλαδί ελιάς φανέρωσε το τέλος της καταιγίδας, τη σωτηρία. Ο ελαιώνας παραπέμπει σε χώρο προσκυνήματος και ηρεμίας, σε μέρος βαθιάς επικοινωνίας με τις ανώτερες δυνάμεις, σε τόπο προσευχής, όπως το Ορος των Ελαιών. Γενικότερα, τα κλαδιά της ε­λιάς σε όλον τον κόσμο συμβολίζουν το ανώτερο σύγχρονο αναγκαίο αγαθό, την πολιτική και κοι­νωνική ειρήνη. Μέσα απ’ όλα αυτά παρατηρείται, κατά την πορεία της σκέψης, ένα διαδοχικό πέρα­σμα από τις μαγικές δοξασίες στις θρησκευτικές α­ντιλήψεις και από τις μεταφυσικές σε ανώτερες θεωρίες, με μια ταυτόχρονη ενσωμάτωση και εκλογί­κευση των ιδεών από τον κόσμο της μαγείας στον κόσμο της θρησκείας

 

Αριστερά: Αργυρός στατήρας Ζακύνθου, π. 370 – 360 π.Χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα δαφνοστεφανωμένη (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals)

Μέσο: Χρυσός διπλός στατήρας Αλεξάνδρου Γ’ Μακεδονίας, 336 – π. 323 π.Χ.. Οπισθότυπος: Νίκη η οποία κρατά στεφάνι και στυλίδα (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Δεξιά: Μισό χρυσού στατήρα Πύρρου Ηπείρου, 278 – 276 π.Χ.. Οπισθότυπος: Νίκη η οποία κρατά τρόπαιο και στεφάνι (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 48)

 

Η τελετή στέψης του νικητή των αγώνων έχει και άλλους συμβολισμούς, καθώς θυμίζει την τελε­τή στέψης του αρχαίου βασιλιά. Σε κάποιο στάδιο της αρχαϊκής κοινωνίας ο βασιλιάς είχε ιερό χα­ρακτήρα εφόσον θεωρείτο προικισμένος με υπερ­φυσικές δυνάμεις ή αποτελούσε την ενσάρκωοη της θεότητας (82). Η στέψη του νικητή και η ωδή κατά την επιστροφή του στην πατρίδα είχαν τα τελε­τουργικά χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού θριάμ­βου, ο οποίος θύμιζε την αποθεωτική στέψη τον αρχαίου εποχικού βασιλιά (83). Ο «εποχικός βασι­λιάς» ενσάρκωνε τον δαίμονα Ενιαυτό στην τοπι­κή του μορφή, τον αγαθό δαίμονα στον οποίο προ­σωποποιείται το πνεύμα του χρόνου στο γεωργικό στάδιο επηρεάζοντας τη βλάστηση και την εσο­δεία (84). Η βασιλεία του τελείωνε, οπότε έπρεπε να θανατωθεί ή γινόταν ανανέωση της θεϊκής ευλο­γίας ανά εννεαετία (85). Το στεφάνι της στέψης των βασιλιάδων τους εξάγνιζε από κάθε ενοχή και τους προστάτευε από κάθε κακό, καθαίροντας μέ­σω αυτών και την κοινότητα από τα κρίματα, αφού οι βασιλιάδες αυτήν εκπροσωπούσαν. Οι αγώνες αυτού του είδους στην αρχαιότερη, ίσως λειτουργία τους ξεκινούσαν από αγωνίσματα των μυητικών τελετών της Ενήβωσης, δηλαδή πανάρχαιων ιεροτελεστιών μύησης των εφήβων, με τις οποίες γινόταν δεκτή η ενσωμάτωση τους στην τάξη των ενηλίκων (86). Η αγιότητα μεταφέρθηκε στον αρχαίο εποχικό βασιλιά κι αντακλάτο μέχρι τους κλασικούς χρόνους στον νικητή των Ιερών Αγώνων, ο οποίος άγγιζε τα όρια ενός θεού (87) . Η τελετή της στέψης μετάλλασσε τη φύση του νικητή αναβαθμίζοντας την προηγούμενη ποιότηητή του, καθώς αυτός μεταβαλλόταν από αθλητή σε ήρωα της βλάστησης και σε «θεό του Μαϊου», όπως τον ονομάζει ο Piere Leveque (88). Ο τελευταίος υποστηρίζει πως το τυπικό των αγώνων στο σύνολο του γιορτάζει την αέναη επιστροφή, τη διαρκή ανανέωση της φύσης, που είναι η πηγή της ζωής. Οι λειτουργίες αυτές, της ανανέωσης και της «παραγωγής της φύσης, εξηγούνται κυρίως στο πλαίσιο μιας θρησκείας της γονιμότητας, της οποίας οι απαρχές ανιχνεύονται κάπου στην Ανατολή της Νεολιθικής Περιόδου και η οποία εισέρχεται στην Ελλάδα οριστικά από τους Αχαιούς (89), είναι σαφές πως από την περίοδο εκείνη μέχρι την διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων (776 π.Χ.) πολυάριθμες πολιτισμικές εξελίξεις και μετεξελί­ξεις επήλθαν, όπως επίσης είναι σαφές πως η πνευματικότητα των αγώνων βρίσκεται στα βάθη μιας μακρόχρονης συλλογικής διανοητικής διεργασίας (90). Με άλλα λόγια, η Ολυμπία βρίσκεται στο κέντρο πολλαπλών πολιτισμικών επιδράσεων, εκ­δηλώνοντας, όμως, τη συνθετική ικανότητα του νέου και δυναμικού λαού να παραλαμβάνει πολι­τισμικά κι εθνολογικά στοιχεία της πρώιμης επο­χής και να διατηρεί στην ιστορική εποχή ό,τι αντα­ποκρίνεται στον δικό του τρόπο ζωής, προσδίδο­ντας τους έναν εθνικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα (91).

Έτσι, η Ολυμπία αναδεικνύεται σε τόπο πρόσμει­ξης πολιτισμών, ο οποίος, προσλαμβάνοντας ξένα στοιχεία, τα εξελληνίζει μ’ έναν τρόπο ίσως μονα­δικό στην Ιστορία.

 

Μαρμάρινη αττική στήλη (α’ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.) του «Αυτοστεφανούμενου» από τον ναό της Αθηνάς στο Σούνιο (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 49)

 

Η λατρεία των δένδρων έχει διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στη θρη­σκευτική ιστορία της Αρίας φυλής στην Ευρώπη, ό­πως υποστηρίζει ο J. Frazer. Το ιερό κλαδί που φέρνει ζωή και γονιμότητα α­σκεί ακόμη σπουδαίο ρόλο στα αγροτικά έθιμα της σύγχρονης Ευρώπης, αλλά και των άλλων Ηπεί­ρων (93). Το ίδιο ισχύει και για την ανανεωτική δύνα­μη του δένδρου. Έτσι, οι παίκτες μπάλας των Ινδιάνων Cherokee πλένουν το σώμα τους με το νερό των ριζών του φυτού κάτγουντ, για να ενδυ­ναμώσουν τους μύες τους (94). Ανάλογα τελετουργι­κά στοιχεία επιβιώνουν και στην Ελλάδα (95). Η ευ­εργετική δύναμη που εμπεριέχεται στο ιερό κλαδί βρίσκει εφαρμογή σε πολλές από τις σημαντικές στιγμές της ζωής, όπως στο στεφάνι της τελετής του γάμου (96). Παρόμοιες αντιλήψεις εντοπίζονται σε διάφορα έθιμα, όπως είναι το κλαδί ή το στεφά­νι του Μαϊού (97), οι θρησκευτικές και θεραπευτικές ιδιότητες της δάφνης, τα βάγια με το κλαδί της ε­λιάς, η υποδοχή του Ιησού με βάγια την Κυριακή των Βαΐων (98), το στεφάνι του βασιλιά, ίσως το Χριστουγεννιάτικο δένδρο, καθώς επίσης και άλ­λα έθιμα τα οποία μέσω της θρησκείας εισέδυσαν στην κοινωνία και διατηρούνται ακμαία ως σήμε­ρα (99). Αυτά όλα φανερώνουν τελικά μια σιωπηρή ε­σωτερική αλληλουχία των ανθρώπινων εκδηλώσε­ων και μια μετάβαση κόσμου από τη μαγεία στη θρησκεία και από την φαντασία στην λογική. Όσο και αν μιλήσει κανείς για σταδιακή ωρίμανση του πολιτισμού, διακρίνεται ωστόσο στις διάφορες φάσεις της ιστορίας της ανθρωπότητας ένας κοινός παρανομαστής, ο οποίος συνενώνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις: πάντοτε ο άνθρωπος επιδιώκει με πάθος το ίδιο, την αλήθεια, η οποία ταυτίζεται με την αναζήτηση της γνώσης, η οποία αποτελεί, όπως επισημαίνει ο Frazer (100)  το ευγενέστερο και ι­σχυρότερο μέσο για τη βελτίωση της ανθρώπινης μοίρας.

 

«Απόλλων σπένδων»: παράσταση στο εσωτερικό λευκής κύλικας (π. 470 π.Χ.), η οποία ανακαλύφθηκε στους Δελφούς. Ο Απόλλων κάθεται μεγαλοπρεπώς σε πτυκτό δίφρο και στο κεφάλι με την καλοχτενισμένη κόμη φέρει κλαδί δάφνης (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 49)

 

Το στεφάνι των νικητών των αγώνων έχει ως εκ τούτου διάφορους ηθικούς συμβολισμούς, πολ­λοί από τους οποίους χάθηκαν στην πορεία του χρόνου, ενώ άλλοι διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Οι συμβολισμοί αυτοί ανάγονται στην εποχή του μύθου τότε που κάθε φυσικό φαινόμενο λάμβανε μεταφυσικές διαστάσεις. Οι μαγικές αυτές ερμηνείες αποτελούν υπολείμματα της λατρείας του δένδρου, τότε που ο απολίτιστος άνθρωπος πίστευε στη θεωρία του «ανιμισμού» (101). Αργότερα οι θεωρίες αυτές, της ευεργετικής επίδρασης του ιερού κλώνου ή της προστασίας από κακές επιδράσεις, ε­πικαλύπτονται από τον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας και ενσωματώνουν ανάλογες αντιλή­ψεις. Μετέπειτα ο ανιμισμός δίνει τη θέση του στον πολυθεϊσμό, προσδίδοντας στις αντιλήψεις αυτές θρησκευτικό περιεχόμενο, όπως αυτό της ε­ξιλέωσης, ιδέα η οποία δεν ανήκει στον χώρο της μαγείας, αλλά της θρησκείας. Άλλες σημαντικές α­ξίες είναι αυτή της αγνότητας, της κάθαρσης και του συμβόλου της παγκόσμιας ειρήνης, οι οποίες ε­πιβιώνουν ως τις μέρες μας, παρά τον σκληρό «ανταγωνισμό» τους με το χρηματικό κέρδος το ο­ποίο αποφέρουν στην εποχή μας οι αθλητικές νί­κες. Γενικά, πάντως, οι συμβολισμοί και οι πα­ραπάνω ερμηνείες του στεφανιού στέψης του νικητή των αγώνων επιβεβαιώ­νουν τη θεωρία ότι ο αθλητισμός αποτελεί   έναν   «μικρόκοσμο» και έναν καθρέπτη της κοινωνικής εξέλιξης, αντανακλώντας την πορεία της κοινωνίας» (102)

 

Αναμνηστικό μετάλλιο των Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στο οποίο παρίσταται επιχρυσωμένη Νίκη, έργο του Νικηφόρου Λύτρα (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτορ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 51)

 

ΟΥΤΟΣ Ο ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΘΛΗΤΗΣ

 

Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ & ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

 

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Β΄, έφιππος φορά τα διακριτικά του τίτλου του και κρατά δόρυ στο χέρι. Δεξιά η Νίκη κινείται για να τον στεφανώσει. Μουσείο Ερμιτάζ, Πετρούπολη (Μ.Α. Χρόνης, «Ολυμπιακοί Αγώνες, 28 Αιώνες, Ιστορία, Αθλητισμός, Πολιτισμός», Αθήνα 2000, σ. 126)(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Corpus, τεύχος 61,  άρθρο Παράλληλοι Κόσμοι «Ούτος ο του Χριστού αθλητής», Μάνος Μικελάκης, Αρχαιολόγος, σελίδα 13 & Πηγή Λεζάντας: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 126)

 

Παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι είναι δύσκολο να αναζητήσουμε στο Βυζάντιο γυμνικούς αγώνες, και μάλιστα επίσημους, και ως εκ τούτου γυμναστήρια και παλαίστρες. Μερικοί ερευνητές θεωρούσαν μάλιστα το 394 μ.Χ έτος κατά το οποίο σταμάτησαν τα Ολύμπια της Ήλιδος, ως χρονικό όριο μετά το οποίο δεν γίνεται λόγος περί γυμνικών αγώνων και γυμναστηρίων στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Κατόπιν της έρευνας των πηγών από τον καθηγητή Φαίδωνα Κουκουλέ αποδείχθηκε ότι έως την εποχή του Ιουστινιανού Α΄ η απήχηση του αρχαίου ελληνικού κόσμου και στο πεδίο του αθλητισμού είναι έντονη, γιατί αναφέρονται σχετικά συχνά οι γυμνικοί αγώνες, οι παλαίστρες και τα γυμνάσια (γυμναστήρια). Αργότερα όμως, από τα μέσα περίπου του 6ου αιώνα, η «αγωνιστική» ναι μεν δεν εκλείπει, αλλά δεν ασκείται πλέον για παιδαγωγικούς σκοπούς, παρά μόνο για την επίδειξη της επαγγελματικής ικανότητας των αγωνιστών. Κύριος λόγος αυτής της εξέλιξης θεωρείται η αντίδραση της Εκκλησίας και των πιστών σε όσα συνέβαιναν στα γυμναστήρια και τις παλαίστρες.  Οι αθλητές εμφανίζονταν γυμνοί, με αποτέλεσμα ο αγώνας «άπερ κρύπτειν η φύσις προσέταξί ταύτα τοις άπαντες όμμασιν αναιδώς θεατρίζει» Επιπλέον, η πυγμαχία και η πάλη θεωρούντο απόβλητα αγωνίσματα, γιατί με τα χτυπήματα αλλοίωναν την ανθρώπινη μορφή που ήταν εικόνα του Θεού. Αυτή η άποψη δεν εμπόδιζε βέβαια την ύπαρξη της αντιφατικής χριστιανικής αντίληψης ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, γι’ αυτό η παραμέληση του θα οδηγούσε στην ευκολότερη απαλλαγή των δεσμών της. Αλλά ο βασικότερος λόγος για μία τέτοια εχθρική στάση των χριστιανών απέναντι στους γυμνικούς αγώνες ήταν η σύνδεση των τελευταίων με τον βίο των εθνικών και τον θρησκευτικό τους χαρακτήρα, έτσι ώστε ο Βασίλειος Σελευκείας, μιλώντας για τα Ολύμπια που διεξάγονταν επίσημα στην Αντιόχεια από ίο 181 έως την κατάργηση τους από τον Ιουστίνο στα 521, να τα χαρακτηρίζει μεταξύ άλλων ως «Ελλήνων θρησκείαν δια μιμήσεως προς την ειδωλικήν ασέβειαν άγοντα». Βέβαια δεν λείπει και η άποψη τουΜεγάλου Βασιλείου, ενός από τους πεφωτισμένους χριστιανούς ιεράρχες που είχαν γευτεί τα αγαθά της ελληνικής παιδείας, ο οποίος θεωρούσε ότι η άθληση μπορεί να οδηγήσει στον κατευνασμό του πλεονάζοντος «πυρός, ύδατος και αέρος» που διαθέτει μέσα του ο άνθρωπος, και κατά συνεπεία φανέρωνε ανεπιφύλακτα τη λύπη του για το κλείσιμο των γυμναστηρίων.

Στο Βυζάντιο οι δημόσιοι αγώνες αφορούσαν μόνο στους ελεύθερους υπηκόους της αυτοκρατορίας, κυρίως τους ευγενείς, αφού δεν διεξάγονταν ποτέ διεθνείς αγώνες. Η συμμετοχή των δούλων απαγορευόταν, όπως στην αρχαιότητα, μπορούσαν όμως να λαμβάνουν μέρος στους ιδιωτικούς. Για τον λόγο αυτό στα Ολύμπια ο «κήρυκας» κρατώντας τον δούλο από το κεφάλι τον περιέφερε εντός του σταδίου και ζητούσε από τους θεατές πληροφορίες σχετικά με την κοινωνική του θέση. Επεδίωκε επίσης να μάθει το κατά πόσο είχε διαπράξει κάποιο σοβαρό αδίκημα, όπως κλοπή, οπότε και θα τον απέκλειε από τους αγώνες. Στους πρώιμους αιώνες της ιστορίας του Βυζαντίου δεν αποκλειόταν και η συμμετοχή των γυναικών (στα Ολύμπια της Αντιόχειαςδιεξάγονταν η πάλη και ο δρόμος των παρθένων). Οι αθλητές, σε αντίθεση με τους μονομάχους, τους «θηριομαχούντες» ή κυνηγούς, αλλά και τους ηθοποιούς ή τους μίμους, δεν θεωρούντο άτιμοι, διότι δεν αγωνίζονταν για οικονομικά οφέλη, αλλά για την επίδειξη της ανδρείας τους. Η ζωή και η εκπαίδευση τους ήταν αρκετά σκληρή. Έπρεπε να τηρούν κατά γράμμα τις οδηγίες του προπονητή (του παιδοτρίβη), να ακολουθούν ειδική δίαιτα χωρίς πολλά φαγητά, γλυκίσματα και κρασί, να έχουν σώφρονα συμπεριφορά, να προπονούνται σκληρά και να απέχουν από κάθε σεξουαλική δραστηριότητα. Το βασικότερο όμως ήταν να γνωρίζουν άριστα τον «εναγώνιον νόμον», τους κανόνες δηλαδή διεξαγωγής του αθλήματος τους. Για την έγκριση συμμετοχής τους περνούσαν από δύο δοκιμασίες: αρχικά ένας ειδικός εξέταζε τον τύπο του σώματος και τις ικανότητες του ενδιαφερόμενου, ενώ κατόπιν, την ημέρα της διεξαγωγής των δημόσιων αγώνων, λάμβαναν χώρα προκριματικοί αγώνες που καθόριζαν τους τελικούς συμμετέχοντες.

Οι αγώνες για τους φιλοθεάμονες βυζαντινούς πραγματοποιούντο στο στάδιο (ή σκάμμα) και η διάρκεια τους στην πορεία της βυζαντινής ιστορίας διαφοροποιείται για τα ποικίλα αγωνίσματα. Ο νόμος αναγνώριζε πέντε βασικά αθλήματα: το λεγόμενο πένταθλον (1), που περιλάμβανε πάλη, πυγμαχία, άλμα, δρόμο και δίσκο, και τέσσερα ελεύθερα: ακόντιο, τόξο, άρση βαρών, σφαίρα. Αυτός ο διαχωρισμός καθόριζε μάλιστα και το είδος τιμωρίας σε περίπτωση τραυματισμού του αντιπάλου ή ακόμα και θανάτου. Στα αναγνωρισμένα, όταν μάλιστα συνέβαιναν και δημόσια, η τιμωρία ήταν σαφώς πιο επιεικής από αυτά που συνέβαιναν σε ιδιωτικό χώρο και ήταν και ελεύθερα.

Κατά την Τουρκοκρατία οι λαϊκοί αθλητικοί αγώνες συσχετίζονταν με τη σωματική ρώμη που ασκούσαν οι κλέφτες και οι αρματολοί για την αποτίναξη του ζυγού. Οι άθλοι τους περιγράφονται εκτενώς στα δημοτικά τραγούδια.

 

 

Τα αναγνωρισμένα ή δημόσια αθλήματα

 

Το αγώνισμα της πάλης ή παλαίστρας αναφέρεται συχνά στις πηγές και φαίνεται ότι πραγματοποιείτο ως το τέλος της βυζαντινής εποχής. Σε αυτό συμμετείχαν γυμνοί παλαιστές, γνωστοί και με τις ονομασίες παλαίστριτοι ή λουκτάτωρες, οι οποίοι μάλιστα χαρακτηρίζονταν από τους βυζαντινούς ως «αθλητές», σε αντιδιαστολή προς τους δρομείς και τους παγκρατιαστές. Οι παλαιστές φορούσαν μόνο ένα ρούχο στη μέση (περίζωμα), ήταν αλειμμένοι με λάδι και κουρεμένοι. Κατά τη διάρκεια του αγώνα έριχναν σκόνη στο σώμα του αντιπάλου, προκειμένου να μειώνουν την δυσκολία που προκαλούσε το λάδι ως προς τις λαβές. Νικούσε όποιος ξάπλωνε τον αντίπαλο τρεις φορές. Ο χώρος της πάλης ήταν περιφραγμένος με πασσάλους και σχοινιά, προκειμένου να εμποδίζεται η επέμβαση των θεατών. Αν κατά τη διεξαγωγή του αγώνα κάποιος από τους παλαιστές ωθείτο έξω από τον αγωνιστικό χώρο, επέστρεφε πίσω και λάμβανε τη στάση εκείνη που είχε πριν από την εκβολή. Οι βυζαντινοί διέθεταν διάφορα είδη πάλης ή μάλλον διάφορες λαβές, όπως την «ορθή», κατά την οποία οι αντίπαλοι αρπάζονταν από τους αυχένες, τα χέρια και τα πλευρά του σώματος, και την «εξώκαρπο» πάλη, στην οποία πιάνονταν από τους καρπούς. Τόσο στον Ιππόδρομο, όσο και κατά τη διάρκεια γαμήλιων εορτασμών πραγματοποιείτο συχνά και ψευδής πάλη, με σκοπό να ψυχαγωγηθούν απλά και μόνο οι θεατές.

Στην πυγμαχία («πυκτεύειν») οι αγωνιζόμενοι φορούσαν ιμάτιο βρεγμένο με λάδι και γύρω από τα δάκτυλα ιμάντες, οι οποίοι αργότερα (ήδη στον 12ο αι.) καταργήθηκαν, γιατί προξενούσαν θανατηφόρα τραύματα. Ικανός πυγμάχος θεωρείτο εκείνος που μπορούσε να κρατάει το σώμα του σε όρθια στάση, που δεν έπληττε τον αντίπαλο με μεγάλη ορμή (γεγονός που προκαλεί γρήγορη κόπωση), που απέφευγε τα κτυπήματα προτείνοντας τα χέρια και κατάφερνε να ρίχνει τις περισ σότερες γροθιές. Από τις πηγές γνωρίζουμε ότι οι πυγμάχοι όχι μόνο τραυματίζονταν στο σώμα ή το κεφάλι, αλλά ενίοτε έχαναν τις αισθήσεις τους ή ακόμη αποκεφαλίζονταν από τον αντίπαλο τους. Σε περίπτωση θανάτωσης του αντιπάλου ο αγωνιστής θεωρείτο ακούσιος δολοφόνος, αφού δεν αγωνιζόταν για να προκαλέσει τον θάνατο, αλλά για τη νίκη.

Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες των πηγών για τον τρόπο διεξαγωγής κατά τη βυζαντινή εποχή του άλματος, του γνωστού αυτού γυμνικού αγωνίσματος της αρχαιότητας. Γνωρίζουμε ότι μέχρι τουλάχιστον την εποχή του Ιωάννη του Χρυσοστόμου υπήρχε το σκάμμα, ο σκαμμένος δηλαδή χώρος εντός του οποίου έπεφταν οι αθλητές. Οι τελευταίοι πηδούσαν από τον βατήρα, έχοντας ενωμένα τα πόδια τους. Αναφέρεται επίσης ότι οι αγωνιζόμενοι πραγματοποιούσαν το άλμα με τη βοήθεια αλτήρων ή λίθων, τους οποίους κρατούσαν με τα δύο τους χέρια. Αγνοούμε ωστόσο αν το άλμα ήταν απλό ή τριπλό και μόνο εις μήκος ή ύψος

 

Αριστερά: Αναπαράσταση του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης. Το συνολικό σχήμα και διάγραμμα του Ιπποδρόμου ακολουθούσε τον ρωμαϊκό τύπο του Circus Maximus της Ρώμης. (Σχέδιο Giorgio Albertini, Archeo 1999) 1 = Η Σπίνα. Επρόκειτο για στενό και μακρύ κρηπίδωμα, το οποίο διαιρούσε την κονίστρα σε δύο «δρόμους» για τα άρματα 2 = Τα τέσσερα επίχρυσα χάλκινα άλογα του Λυσίππου (σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου στην Βενετία) 3 = Σειρά από θολωτά διαμερίσματα με διαχωριστικά κιγκλιδώματα όπου περίμεναν τα άρματα που επρόκειτο να αγωνιστούν. 4 =  Τα αυτοκρατορικά θεωρεία, «το κάθισμα», που στηριζόνταν σε 24 κίονες. Στο θεωρείο αυτό υπήρχε αίθουσα δεξιώσεων και τρικλίνιο για παράθεση φαγητού(Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 128)

Δεξιά: Τα χάλκινα άλογα που αφαιρέθηκαν από τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης κατά την λεηλασία του 1204 και τοποθετήθηκαν μπροστά από την Εκκλησία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Η Σύνοδος της Λυών, μια αποτυχημένη απόπειρα ένωσης των Εκκλησιών», Δήμητρα Πλακάλη, M. Ed. Ιστορίας, σελίδα 37)

 

Αριστερά: Τα αυτοκρατορικά θεωρεία, «το κάθισμα», που στηριζόνταν σε 24 κίονες. Στο θεωρείο αυτό υπήρχε αίθουσα δεξιώσεων και τρικλίνιο για παράθεη φαγητού. (Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 128)

Δεξιά: Άρμα και ηνίοχος του δήμου των Πρασίνων  (Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 128)

 

Ο δρόμος υπήρξε ένα από τα πιο δημοφιλή αθλήματα της αρχαιότητας, το οποίο αναφέρεται σχετικά συχνά στις πηγές της βυζαντινής εποχής. Η ενασχόληση με αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την υγεία. Η έναρξη του αγώνα γινόταν με σάλπισμα. Οι δρομείς (ή σταδιοδρόμοι) έπρεπε να προβάλλουν το σώμα τους προς τα εμπρός, να κινούν τα χέρια κρατώντας ψηλά το κεφάλι και το βλέμμα, και να εντείνουν την προσπάθεια τους προς το τέλος της διαδρομής. Εκείνος που προπορευόταν ονομαζόταν πρόδρομος, για τον αθλητή δε που έφθανε στο τέρμα με δυσκολία χρησιμοποιούσαν το ρήμα «δυστερματώ». Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το πιο δημοφιλές άθλημα μετά την πάλη και τη λιθοβολία. Σε σχέση με τον δρόμο θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά και στο «βοτόν πεζοδρόμιον». Οι Ρωμαίοι στις τρεις Ιανουαρίου κάθε έτους τελούσαν την εορτή βότα ή βοτά (vota), κατά την οποία οι υπήκοοι εύχονταν για την υγεία και την ευημερία του αυτοκράτορα. Η βότα τελείτο επίσης επ’ ευκαιρία θριαμβευτικής νίκης. Η ρωμαϊκή αυτή παράδοση κληροδοτήθηκε στα βυζαντινά χρόνια και στη συγκεκριμένη μέρα πραγματοποιείτο το «βοτόν πεζοδρόμιον», αγώνας δρόμου από πεζούς, στον οποίο αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος στην Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως (2). Οι δρομείς των δήμων της Κωνσταντινούπολη εκλέγονταν κατόπιν προκριματικού αγώνα και οι θέσεις των αθλητών καθορίζονταν κατόπιν κλήρωσης στην κυλίστρα ή όρνα, μια κληρωτίδα με σφαιρίδια που βρισκόταν εντός του σταδίου-ιπποδρόμου. Ο αγώνας επαναλαμβανόταν τέσσερις φορές και στην κάθε μία από αυτές οι αγωνιστές όφειλαν πιθανόν να διανίσουν δώδεκα φορές το στάδιο, όπως ήταν κι ο κανονισμός για τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι θεατές και οι υπάλληλοι του σταδίου δεν έπρεπε να προβάλλουν κανένα εμπόδιο στους δρομείς, αλλά να φροντίζουν για την αυστηρή τήρηση  των κανονισμών και τη δίκαιη διεξαγωγή του. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο για τις δωροδοκίες των μαγγαναρίων, των υπαλλήλων δηλαδή που άνοιγαν τις θύρες πίσω από τις οποίες ήταν έτοιμοι προς εκκίνηση οι δρομείς. Υπήρχαν επίσης οι κούρσωρες και οι δεκανοί, φρουροί οι οποίοι πρόσεχαν να μη μπαίνουν οι θεατές στον στίβο για να εμποδίσουν τους αντίπαλους δρομείς, αλλά και για την τήρηση της τάξης μετά τη λήξη του αγώνα. Ο νικητής, ο οποίος λάμβανε από τον αυτοκράτορα χρηματικό έπαθλο τριών χρυσών νομισμάτων, ονομαζόταν «συμπερέστης» και ο αμέσως επόμενος «δεύτερος».

 

Ψηφιδωτά με παραστάσεις ηνιόχων των τεσσάρων δήμων της Ρώμης, των Πρασίνων, των Ρούσιων, των Λευκών και των Βενέτων. 3ος αιώνας μ.Χ. (Ρώμη, Museo Nazionale Romano)  (Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 129)

 

Ο δίσκος αναφέρεται εξαιρετικά σπάνια από της πηγές της εποχής που εξετάζουμε, μάλλον επειδή εμπεριέχεται στον όρο του πεντάθλου. Σημαντική είναι η σχετικά πρώιμη πληροφορία ότι ο ριπτόμενος δίσκος ήταν χάλκινος και ότι το συγκεκριμένο άθλημα αποτελούσε μέρος της γυμναστικής εκπαίδευσης της εποχής. Κατά την Τουρκοκρατία ο δίσκος αντικαταστάθηκε από το «λιθάρι», αγώνισμα ρίψης ακανόνιστης πέτρας.

 

 

Τα ελεύθερα και τα υπόλοιπα γνωστά αγωνίσματα

 

Αναφέρθηκε ήδη ότι εκτός από τα επίσημα αγωνίσματα υπήρχαν και τέσσερα ελεύθερα. Από αυτά ο ακοντισμός και η τοξεία (τοξοβολή) ήταν όχι μόνο προσφιλή, αλλά ωφέλιμα και αναγκαία, αφού οι νέοι που ασχολούντο με αυτά μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις τεχνικές τους στις μάχες και στο κυνήγι. Στις βυζαντινές πηγές γίνονται περιορισμένες και έμμεσες αναφορές για τα συγκεκριμένα αθλήματα. Ιδιαίτερα δημοφιλή ήταν επίσης τα δύο άλλα ελεύθερα αγωνίσματα, η άρση βαρών και τα παιχνίδια γυμναστικής με τη σφαίρα (σφαιροβολία). Η σφαίρα χρησιμοποιείτο και για το τζυκάνιον (σφαιρισμό), η ονομασία του οποίου είναι περσικής προέλευσης. Το παιχνίδι, που ταυτίζεται με το σημερινό πόλο, εισήχθη πιθανόν στο Βυζάντιο από την περσική αυλή, μάλλον κατά την εποχή του Θεοδοσίου Β΄, ο οποίος ίδρυσε μάλιστα στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης ειδικό στάδιο, το λεγόμενο τζ(ο)υκανιστήριον ή σφαιροδρόμιον. Το τζυκάνιο απαιτούσε ευρύ χώρο, μεγάλη ευκαμψία και ελιγμούς από τους αγωνιστές και ειδικά γυμνασμένα άλογα. Από τα κείμενα κατανοούμε ότι επρόκειτο για άθλημα που απευθυνόταν στους βασιλείς και τους ευγενείς της εποχής. Δεν γνωρίζουμε αν η δια ράβδων συμβολή των βυζαντινών, δηλαδή η ραβδομαχία, αποτελεί τη συνέχεια των ασκήσεων των  αρχαίων εφήβων με απλές ράβδους. Ταυτίζεται πάντως με το «τζιρίτιν» της τουρκοκρατίας, το οποίο τελείται στην Κύπρο ακόμη και σήμερα. Κλοτσάτα ονομάζονταν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους οι κλοτσιές και παίζονταν από δύο άτομα, το καθένα από τα οποία, καθώς στεκόταν αντικριστά και σε ορισμένη απόσταση, προσπαθούσε υπό τους ήχους μουσικών οργάνων και με ρυθμικές κινήσεις είτε να κτυπήσει τον αντίπαλο στο πρόσωπο, είτε να τον κλωτσήσει. Ενδιαφέροντα είναι δύο ακόμη αγωνίσματα με ξενική ονομασία, τα οποία συνηθίζονταν στους αριστοκρατικού κύκλου τις Φραγκοκρατίας και τα οποία εισήχθησαν προφανώς από τους Φράγκους: η τζόστρα (γιόστρα, τζούστρα, τζουστρία, ή ελληνιστί ασίδηρος διαδορατισμός), δηλαδή η μονομαχία δύο οπλισμένων έφιππων ανδρών, και ο τορνεμές (τορνεμέντον, ή ελληνιστί ξυλοκονταρία ή κονταροκτύπημα), που ήταν η συμπλοκή δύο αντιμέτωπων έφιππων ομάδων).

 

Παράσταση με ελεφαντόδοντο του Μεγάλου Ιπποδρόμου της Κωνσατντινούπολης. Στο κέντρο υψώνεται ο οβελίσκος του Θεοδοσίου. (Μ.Α. Χρόνης, «Ολυμπιακοί Αγώνες, 28 Αιώνες, Ιστορία, Αθλητισμός, Πολιτισμός», Αθήνα 2000, σ. 127) (Πηγή Φώτο: Περιοδικό Corpus, τεύχος 61,  άρθρο Παράλληλοι Κόσμοι «Ούτος ο του Χριστού αθλητής», Μάνος Μικελάκης, Αρχαιολόγος, σελίδα 13 & Πηγή Λεζάντας: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 130)

 

Στην περίοδο ανάμεσα στην εδραίωση της θρησκευτικής ειρήνης και το τέλος του 6ου αιώνα οι αρχαίες πόλεις έχασαν μεγάλο μέρος της μεγαλοπρέπειας και του πλούτου τους, καθώς εγκαταλείφθηκαν πολλά θέατρα, γυμναστήρια, παλαίστρες και άλλα δημόσια ιδρύματα και μέγαρα, αφού η χριστιανική Εκκλησία, έχοντας τη συμπαράσταση και την προστασία του αυτοκράτορα, ήταν η μόνη που διεκπεραίωνε την κατασκευή δημόσιων έργων. Όπως ήταν φυσικό η Εκκλησία ενδιαφέρθηκε κυρίως για την ίδρυση ναών και άλλων οικοδομημάτων που εξυπηρετούσαν τη χριστιανική λατρεία και ιεραρχία. Κατά τους σκοτεινούς αιώνες μόνο σε ορισμένα μητροπολιτικά κέντρα εξακολουθούν να φυτοζωούν τα κοινωνικά κέντρα της Ύστερης Αρχαιότητας. Γενικά οι αθλητικές εγκαταστάσεις, όπως το σύνολο των δημοσίων κτηρίων του παρελθόντος, εγκαταλείπονται καθώς έχει αλλάξει «εκ βάθρων» η κοινωνική ζωή των πόλεων. Έτσι οι πηγές, αρχαιολογικές και ιστορικές, για τους αθλητικούς χώρους είναι ιδιαίτερα περιορισμένες και αφορούν κυρίως στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης.

 

 

Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης

 

Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης ιδρύθηκε στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο. Η εγκατάσταση συμπληρώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και διακοσμήθηκε με περίφημα έργα τέχνης (όπως η Λύκαινα του Ρωμύλου, το κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή του Λυσίππου, τα επίχρυσα άλογα του ιδίου που διακοσμούν σήμερα τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας και ένας χάλκινος αετός του Απολλώνιου του Τυανέως) τόσο από αυτόν, όσο και από μεταγενέστερους αυτοκράτορες. Η τοποθεσία του Ιπποδρόμου, στο νοτιοδυτικό άκρο του ευρύτερου περιβόλου του Μεγάλου Παλατιού προς την πλευρά της θάλασσας, είναι σήμερα ακριβέστατα γνωστή όχι μόνο λόγω των ερειπίων του, αλλά κυρίως από τρία σημαντικότατα μνημεία: τον οβελίσκο του Θεοδοσίου Α΄, ο οποίος δέσποζε στο κέντρο του μεγάλου άξονα του «Ιππικού», τη στήλη των Όφεων, που μεταφέρθηκε εκεί από τους Δελφούς, και τον κτιστό οβελίσκο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, γνωστού και ως Χάλκινη Στήλη, διότι πιστεύεται ότι κάποτε έφερε επένδυση επιχρυσωμένων χάλκινων πλακών.

 

Άνω Αριστερά: Ο Ζεύσιππος με θεά τον Ιππόδρομο. Άνω Δεξιά: Ο Ιππόδρομος. Κάτω Αριστερά: Το μεγάλο Παλάτι. Κάτω Δεξιά: Ο Ζεύσιππος δίπλα από τον Ιππόδρομο (Πηγή: http://www.byzantium1200.org)

Ο Ιππόδρομος στο σύνολο του είχε τη μορφή του ρωμαϊκού ιπποδρόμουσίρκους (circus maximus). Επρόκειτο για ένα οικοδόμημα με επίμηκες σχήμα και ημικυκλική απόληξη στα νότια, τη σφενδόνη, το μήκος του οποίου υπολογίζεται μεταξύ 370-480 μ. και το πλάτος στα 117,5-123,50 μ. Στα βόρεια βρισκόταν η είσοδος και οι Carceres (κάρκερες), δηλαδή το σημείο εκκίνησης των αρματοδρομιών, το οποίο ονομαζόταν μάγγανα και κάγκελα, γιατί οι πόρτες από τις οποίες εξέρχονταν τα άλογα ήταν καγκελωτές. Η μάγγανα είχε ελαφρά καμπύλο σχήμα και αποτελείτο από δώδεκα θολωτά διαμερίσματα με ισάριθμες πόρτες, τα οποία πλαισίωναν μια μεγάλη κεντρική είσοδο. Στο βόρειο αυτό τμήμα του σταδίου υπήρχαν χώροι ποικίλης χρήσης, όπως βεστιάριο, προσευχητάριο της Παναγίας, χώρος για την κλήρωση των αρμάτων και πιθανώς μία εξέδρα για τους διοργανωτές των αγώνων. Το πέλμα, ο κεντρικός χώρος του Ιπποδρόμου, διαιρείτο σε δύο μέρη, τους δίαυλους, μέσω ενός στενόμακρου και λοξά τοποθετημένου χαμηλού κρηπιδώματος, της λεγόμενης σπίνας. Ο τοίχος της σπίνας περιέκλειε νερό σε διάφορα επίπεδα και οι μακρές πλευρές της ήταν εξωραϊσμένες με πλήθος αγαλμάτων, που της προσέδιδαν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα. Στα δυο άκρα της είχε τους καμπτούς (καμπτήρες), τα όρια δηλαδή γύρω από τα οποία έστριβαν τα άρματα. Τα όρια αυτά είχαν την μορφή κυλινδρικών ή ημικυλινδρικών βάσεων, που έφεραν πέτρινους ή χάλκινους οβελίσκους με τα ονόματα των σπουδαιότερων δήμων της πόλης. Οι καμπτήρες των Βενετών βρίσκονταν από την πλευρά του αυτοκρατορικού θεωρείου και αυτοί των Πρασίνων προς τη σφενδόνη. Σημαντικό στοιχείο της σπίνας είναι τα δύο τετρακιόνια, που είχαν επάνω τους το ένα επτά αυγά, για το μέτρημα των ισάριθμων υποχρεωτικών γύρων που έπρεπε να κάνουν τα άρματα, και το άλλο επτά δελφίνια. Τα βάθρα, δηλαδή τα καθίσματα των θεατών βρίσκονταν στη σφενδόνη και στις μακρές πλευρές και στηρίζονταν πάνω σε κολόνες με μία κλίση 26 μοιρών. Ήταν αμφιθεατρικά διατεταγμένα και οι σειρές τους έφθαναν περίπου τις σαράντα. Την κυκλοφορία του πλήθους διευκόλυναν τα πλατιά διαζώματα και οι κάθετοι διάδρομοι, φραγμένοι με κάγκελα στο κάτω τμήμα τους ώστε να εμποδίζεται η πρόσβαση προς την κονίστρα. Οι ευγενείς κάθονταν σε σκαμνιά. Οπως και οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν μαξιλάρια από άχυρα ή φύλλα καλαμιάς, για την τοποθέτηση των οποίων φρόντιζε ειδικός υπάλληλος, ο μαξιλάριος. Στην ανώτερη απόληξη των πλευρών του σταδίου υπήρχαν περιμετρικά οι περίπατοι, μακριές διώροφες στοές, όπου περιφέρονταν οι επισκέπτες θαυμάζοντας την εξαιρετική πανοραμική θέα. Οι κίονες των στοών διέθεταν κρίκους, από τους οποίους κρέμονταν μεγάλα πορφυρά και μεταξωτά παραπετάσματα, τα βήλα, τα οποία προφύλασσαν από τον ήλιο. Κάτω από τα εδώλια (βάθρα) υπήρχαν δωμάτια που χρησίμευαν ως βοηθητικοί χώροι. Πιθανόν στο μέσο της ανατολικής πλευράς των βάθρων βρισκόταν το βασιλικό θεωρείο, το ονομαζόμενο κάθισμα, μία πολυώροφη κατασκευή που επικοινωνούσε με το παλάτι. Στο θεωρείο αυτό υπήρχε και αίθουσα δεξιώσεων, όπου ο αυτοκράτορας κατά τις ημέρες των αγώνων δεχόταν τους άρχοντες, καθώς και τρικλίνιο για παράθεση φαγητού. Ο Ιππόδρομος, το Ιππικό όπως το αποκαλούσαν οι υπήκοοι της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποτελούσε το κέντρο του πολιτικού και κοινωνικού βίου. Εκεί αναγορεύονταν οι αυτοκράτορες, γίνονταν οι υποδοχές των επισήμων, οι πανηγυρισμοί για τις στρατιωτικές νίκες, οι επευφημίες ή οι αποδοκιμασίες των ηγεμόνων, οι εκτελέσεις των θανατικών ποινών, αλλά και οι αρχές των εξεγέρσεων. Όμως, η κατεξοχήν λειτουργία του χώρου ήταν οι αρματοδρομίες, που πραγματοποιούντο σε τακτές ημερομηνίες ή με την ευκαιρία ευχάριστων γεγονότων και αποσκοπούσαν στη διασκέδαση του πλήθους. Εκτός από τις ιπποδρομίες, διεξάγονταν επίσης διάφορα θεάματα, κυρίως αναπαραστάσεις κυνηγιού με άγρια ζώα, ακροβασίες, σχοινοβασίες, παραστάσεις μίμων, αλλά και τα προαναφερθέντα αγωνίσματα, τα οποία ως επί το πλείστον ακολουθούσαν την ελληνορωμαϊκή αθλητική παράδοση.

Είναι ανάγκη να αναφερθεί και η συμβολική διάσταση του Ιπποδρόμου, οι ρίζες της οποίας ανάγονται στην εποχή της ίδρυσης του. Οι ρωμαϊκός Ιππόδρομος οικοδομήθηκε στην κοιλάδα Μούρτσια, έναν χώρο που από τα χρόνια των Ετρούσκων συνδεόταν με τις αγροτικές λατρείες: με τη θεά της βλάστησης και του καρπού, την Ceres, η οποία λατρευόταν προς το τμήμα του σταδίου με τις Carceres, και με τον Consus, χθόνιο θεό που αντιστοιχούσε στο θάψιμο του σπόρου και η λατρεία του τελείτο στη σφενδόνη. Οι θεότητες αυτές αντιστοιχούν εμφανέστατα στην ελληνική δυάδα Δήμητρα (ζωή) –Περσεφόνη (θάνατος), έτσι ώστε όταν τα άρματα έτρεχαν στον στίβο να συμβολίζουν το πέρασμα από τη σπορά – θάνατο στη βλάστηση – ζωή. Ο δυαδικός αυτός συμβολισμός ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι προστάτες των αρματοδρομιών ήταν οι Διόσκουροι, οι δίδυμοι αδερφοί Κάστορας και Πολυδεύκης, και από την ιστορία του Ρώμου και του Ρωμύλου, καθώς ο πρώτος, προκειμένου να κατευνάσει τον λαό που αντιδρούσε για τη δολοφονία του αδερφού του, ίδρυσε τον Ιππόδρομο και θεσμοθέτησε τους αγώνες, με αποτέλεσμα να διασπάσει το πλήθος σε αντίπαλες ομάδες. Το ιδεολογικό αυτό εποικοδόμημα μεταφέρθηκε από τη Ρώμη στη νέα πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, όπου σύμφωνα με την παράδοση η έκταση πάνω στην οποία ιδρύθηκε το στάδιο ανήκε επίσης σε δύο αδέλφια. Αδέλφια ήταν και οι δύο πρώτοι αρχηγοί των Πράσινων και των Βένετων, των ισχυρότερων δήμων της πόλης. Ποικίλους χρονικούς και τοπικούς συμβολισμούς διαπιστώνει κανείς και στα επιμέρους στοιχεία του σταδίου, το οποίο αποκτά έτσι την έννοια του συνολικού κόσμου. Για παράδειγμα, οι δώδεκα πόρτες, οι Carceres, αντιστοιχούν στα δώδεκα ζώδια και τους ισάριθμους μήνες, οι επτά γύροι της κάθε κούρσας στις ημέρες της εβδομάδας, οι τέσσερις δήμοι της πόλης και τα χρώματα τους στις εποχές του έτους, κοκ. Το πέλμα συμβολίζει τη γη και το νερό της σπίνας τη θάλασσα. Τέλος, ο οβελίσκος ενώνει τα τρία επίπεδα του κόσμου, τον κάτω κόσμο, τη γη και τον ουρανό