ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ στην ΟΛΥΜΠΙΑ

ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΗΘΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΟΓΓΑΚΗ, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Το στεφάνι με το οποίο στεφανώνονται σήμερα οι νικητές των Ολυμπιακών αγώνων δεν είναι ένα σύγχρονο έθιμο, ούτε μια συνήθεια η οποία απλώς ακολουθεί ένα τυπικό τελετουργικό. Αντιθέτως, η συνήθεια αυτή ανιχνεύεται πολύ πίσω στον χρόνο και έχει τις ρίζες της σε πολύ παλιές παραδόσεις, τότε που η αλήθεια και η λογική μπερδεύονταν γλυκά με την φαντασία και τον μύθο. Η παρούσα εργασία παρακολουθεί τη σημασία της στέψης του νικητή στους αθλητικούς αγώνες, φωτίζοντας μια εσωτερική ροή και συνδέοντας το γεγονός αυτό με τις πολλαπλές επιβιώσεις του σε διάφορες εκδηλώσεις της σύγχρονης πολιτισμικής πραγματικότητας.

 

Οι καταγωγές της τελετουργίας της στέψης και η σημασία τους

Σύμφωνα με μια από τις παλαιότερες παραδόσεις για την καταγωγή των Ολυμπιακών αγώνων, όταν γεν­νήθηκε ο πατέρας των θεών, Ζευς, η Ρέα, η μητέρα του, ανέθεσε τη φύλαξη του παιδιού της στους Ιδαίους Δακτύλους, πέντε αδέλφια που είχαν έλθει από το όρος της Κρήτης Ίδη (1). Ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια αυτά ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος πρότεινε στους αδελφούς του να διαγωνισθούν ατό αγώνισμα του δρόμου (2), για να διασκεδάσουν (παίζοντας), στεφανώνοντας τον νικητή με κλάδο κότινου (αγριελιάς) (3). Το δένδρο της αγριελιάς έφερε στην Ελλάδα ο ίδιος ο Ηρακλής από τη χοίρα των Υπερβορείων, των ανθρώπων που κατοικούν πέρα απ’ τον βόρειο άνεμο (4), για να παρέχει σκιά στους πολλούς επισκέπτες που συρρέουν στο ιερό άλσος του Λία, αλλά και για να χρησιμεύσει ως στέφανος των αρετών (5). Στον Ιδαίο Ηρακλή κατά συνέπεια, σύμφωνα με την παράδοση αυτή, ανήκει η δόξα ότι πρώτος αυτός καθιέρωσε τον αγώνα και τον ονόμασε «Ολύμπια» (6). Καθόρισε, μάλιστα, να τελείται ο αγώνας αυτός κάθε πέμπτο έτος, ε­πειδή πέντε ήταν αυτός με τους αδελφούς του (7). Στον ίδιο ανήκει και η καθιέρωση της στέψης του  νικητή των αγώνων της Ολυμπίας με το στεφάνι από τον κότινο, τον οποίο έφερε ως δώρο από τις σκιερές πηγές του Ίστρου, μιας χώ­ρας που περιγράφεται ως ονειρική (8).

 

Μωσαϊκό δάπεδο τον 5ον αι. μ.Χ. παράσταση Νίκης η οποία στεφανώνει νικητή (Λάρισα, Αρχαιολογικό Μουσείο) (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 43)

 

Ο λαός των Υπερβορείων συνδέεται με την Ελλάδα μέσω και άλλων παραδό­σεων (9). Οι Υπερβόρειες Παρθένες είναι αυτές που κομίζουν τις ιερές προσφορές από τον τόπο τους στη Δήλο (10), και οι ο­ποίες έχουν στενή σχέση με τη δενδρολατρία (11). Ίσως, μάλιστα, μέσο των Υπερβορείων υπάρχει ένας εσωτερικός σύνδεσμος των Ολυμπίων αγώνων και των Δελφικών, καθόσον συνδέο­νται και με τον Ηρακλή, ιδρυτή των Ολυμπίων κατά μια παράδοση, αλλά και με τον Απόλλωνα (12), ιδρυτή των Πυθίων αγώνων και θεό των εξαγνι­σμών. Η καλλιστέφανος ελαία (13) συνδέεται με τη δάφνη, το ιερό φυτό του Απόλλωνα, και με άλλον τρόπο, αφού λαμβάνοντας και τα δύο φυτά μέρος στον τοκετό της μητέρας του, Λητούς (14), τη βοηθούν να γεννήσει. Η συμμετοχή τους στη γέννα απηχεί την αντίληψη των αρχαίων ότι πολλά φυτά και δένδρα, έχοντας μαγικές ιδιότητες, συνέβαλλαν αποτελεσματικά στη διαδικασία τον τοκετού (15). Η ελιά συνδέεται επίσης και με την Αθηνά, την πολιούχο θεά των Αθηνών, της οποίας αποτελεί το ιερό δένδρο (16). Στα Παναθήναια, την επιφανή εορτή της πόλης των Αθηνών, οι νικητές των αθλητικών αγώνων λάμβαναν ως έπαθλο έναν παναθηναϊκό αμφορέα, γεμάτο λάδι από τον ιερό ελαιώνα της θεάς (17).

 

Αριστερά: Στεφάνι για τους νικητές των αγώνων

Μέσο: Ο Δίας με στεφάνι νικητή

Δεξιά: Η θεά Νίκη στεφανώνει τον νικητή αθλητή.

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 44)

 

 

Η παράδοση πως το δένδρο της ελιάς είναι «ιερό» (18) είναι πανάρχαια, ενώ εξίσου παλαιά, όπως μαρτυριέται, είναι και η ιερότητα που αποδιδόταν στον κότινο και στην τελετή στέψης. Ο ίδιος ο Ιφιτος, ο Ηλείος βασιλιάς ο οποίος αναδιοργάνωσε τους Ολυμπιακούς αγώνες και την ιερή ανακωχή (εκεχειρία) (19) , παριστάνεται στην τέχνη ακριβώς η στιγμή κατά την οποία στεφανώνεται από μια γυναίκα, την προσωποποιημένη Εκεχειρία (20). Αλλά και οι σπονδοφόροι, αυτοί δηλαδή από τους οποί­ους γινόταν η αναγγελία της εκεχειρίας, ανακοί­νωναν την έναρξη της φέροντας στο κεφάλι στεφάνι ελιάς (21). Έτσι, κατά τους αρχαίους χρόνους οι στέφανοι των Ολυμπιονικών αποτελούσαν ένα από τα θρησκευτικά γνωρίσματα των αγώνων. Τους στεφάνους που προορίζονταν για τους νικητές έπλεκαν από μια αγριελιά που είχε φυτρώσει έξω απ’ την Άλτη (22), τα κλαδιά της οποίας έπρεπε να κόψει παιδί του οποίου ζούσαν και οι δύο γονείς. Ύστερα τοποθετούσαν τους στεφάνους επά­νω σε μια τράπεζα που βρισκόταν, μεταξύ άλλων αφιερωμάτων, σε μια ζώνη της λάρνακας του Κύψελου (23). Προτού μάλιστα κατασκευασθεί γι’ αυτόν τον σκοπό η τράπεζα, υπήρχε μέσα στον πρόναο ένας επιχαλκωμένος τρίποδας, επάνω στον ο­ποίο εκτίθονταν οι στέφανοι των νικητών προτού απονεμηθούν (24). Η ιερότητα των στεφανιών της νί­κης φαίνεται κι από το τελετουργικό που ακολοθούσε την εναπόθεση τους στα κεφάλια των νίκητών. Οι Ελλανοδίκες, εκτελώντας τις παλαιές εντολές του Ηρακλή, επισημαίνει ο Πίνδαρος, το­ποθετούσαν στα μαλλιά των νικητών, πάνω απ’ το μέτωπο τους, την αίγλη της γλαυκόχρου ελαίας (25) , κοσμώντας τους την κόμη (26). Μεταξύ άλλων, όσο οι Ελλανοδίκες, εστεμμένοι κι οι ίδιοι με δάφνη, στεφάνωναν τον νικητή, οι θεατές τον έραιναν με άνθη και στεφάνια «φυλλοβολία» (27). Αλλά και με­τά τον «φυλλοφόρο» αγώνα, όπως ονομάζει ο Πίν­δαρος τους Ολυμπιακούς αγώνες (28), το στεφάνι της νίκης εναπόθετε ο νικητής και πάλι στον ναό, ως ευχαριστία και προσφορά στον θεό ο οποίος του το είχε δωρίσει (29). Κι ο θεός των αγώνων της Ολυμπίας άλλωστε, ο Δίας, στο περίφημο χρυσελε­φάντινο άγαλμα του παριστάνεται καθισμένος στον θρόνο φέροντας στο κεφάλι χρυσό στεφάνι, κατ’ απομίμηση κλώνων ελιάς (30). Στο δεξί του χέρι κρατά Νίκη από ελεφαντοστούν, η οποία φέρει ε­πίσης στέφανο στην κεφαλή (31). Τέλος, κλώνους ε­λιάς απόθεταν επάνω στους βωμούς οι Ηλείοι ό­ταν θυσίαζαν, μια φορά τον μήνα 932)

Η εναπόθεση του στεφανιού στο κεφάλι των νικητών των αγώνων υποδηλώνει, επομένως, την ύπαρξη βαθύτερων δοξασιών, οι οποίες κατά τη μακρινή πορεία του χρόνου εξελίχθηκαν σε αντιλήψεις, ενώ, στη συνέχεια, με την επέμβαση του λογικού στο φανταστικό στοιχείο, μεταλλάχθηκαν ή απωθήθηκαν στο υποσυνείδητο του ανθρώπου. Για τον απολίτιστο άνθρωπο όλος ο κόσμος γενικά έχει ψυχή, είναι έμψυχος, και αυτή ακριβώς είναι η βασική ιδέα στην οποία στηρίζονται διάφορες λατρείες, όπως οι αναπτυσσόμενες λατρείες των λίθων, των φυτών και των δένδρων (33). Η λατρεία του δένδρου, η οποία, κατά τον Walter Burkert πι­θανόν κατείχε εξέχουσα θέση και στη μινωική και στη μυκηναϊκή θρησκεία (34), φαίνεται ότι εκφραζό­ταν μεταξύ άλλων και με τον «ιερό κλώνο» (35). Το ιερό κλαδί, το οποίο συναντά κανείς στις αγροτι­κές εορτές της αρχαίας Ελλάδας, θεωρείτο ότι έ­φερνε ζωή και γονιμότητα, ως επιβίωση αυτής της λατρείας (36). Το ιερό κλαδί οικειοποιήθηκαν αργότερα οι ήρωες και οι θεοί. Το κλαδί της αγριελιάς οι­κειοποιήθηκε ο Ηρακλής και μετέπειτα ο Δίας, το κλαδί της προφητικής ιερής δρυός ο Δίας στη Δω­δώνη (37), το κλαδί της προφητικής δάφνης ο Απόλ­λων στους Δελφούς (38), ενώ άλλα δένδρα, φυτά ή παράγωγά τους, όπως η πίτυς (πεύκο), το σέλινο, το κλαδί φοίνικα ή το μήλο αποτελούσαν τα βρα­βεία των νικητών στα Ίσθμια και στα Νέμεα (39). Το ιερό κλαδί ή το στεφάνι από τους ιερούς κλώνους κατέστη το αχώριστο σύμβολο όλων των τελετουργιών και των εορτών (40).

 

 

Άνω: Αργυρό τετράδραχμο Συρακουσών, π. 406 π.Χ. Οπισθότυπος: Τέθριππο και Νίκη που στεφανώνει τον ηνίοχο (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals).

Κάτω: Αργυρό τετράδραχμο Ακράγαντος Σικελίας, π. 415 – 405 π.Χ. Εμπροσθότυπος: Τέθριππο και Νίκη που στεφανώνει τον ηνίοχο (Βρυξέλλες, Bibliotheque Royale – Cabinet des Medailles)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 45)

 

 

Το ιερό κλαδί το οποίο φέρνει ζωή και γονιμότητα διαδραματίζει ακόμη σπουδαίο ρόλο στα αγροτικά έθιμα της σύγχρο­νης Ευρώπης, αλλά εξίσου σημα­ντικό ρόλο διαδραμάτιζε και στην αρχαία Ελλάδα, όπου ονομαζόταν «ειρεσιώνη» ή «κορυθάλη» (41). Συναντάται σε αγροτικές εορτές, όπως τα Θαργήλια και τα Πυανόψια, τις δύο μεγάλες εορτές του θερισμού ή τα Οσχοφόρια, την εορτή του τρύγου (42). Σε ένα κλαδί ελιάς έδεναν όλων των ειδών τα φρούτα καθώς και μπουκαλάκια με κρασί ή λάδι και, αφού το περιέφεραν, το έστηναν μπροστά στο σπίτι τους, όπου έμενε σαν φυλακτό κατά των λοιμών και των κακών για έναν χρόνο, οπότε το αντικαθιστούσαν με ένα καινούργιο (43), όπως γίνεται και σήμερα με το στεφάνι του Μαΐου. Αλλά και όποιος ζητούσε την προστασία των θεών, κρατούσε την «ικετηρία», ένα κλαδί όπου ήταν δεμένες κορδέλες (44). Το ιερό κλαδί οικειοποιήθηκε και ο θεός Απόλλων, εντάσ­σοντας το, όπως αναφέρεται παρακάτω, στις τελε­τές του, κυρίως στους Δελφούς, όπου ο «αμφιθαλής παις» έφερνε την ειρεσιώνη από τις τελετές κα­θαρμού των Τεμπών (45). Ο βαθύτερος συμβολισμός της ειρεσιώνης και της ικετηρίας ήταν αυτός της αποτροπής των κακών επιδράσεων, δηλαδή του εξορκισμού του κακού και της επίκλησης της καλής τύχης, καθώς επίσης και του εξαγνισμού (46).

Το στεφάνι που στόλιζε τα κεφάλια αυτών που συμμετείχαν στις θυσίες, στις εορτές και στους αγώνες οφείλει την προέλευση του στην πίστη ότι το κλαδί που ανθίζει είναι ευεργετικό (47). Για την αρχαϊκή θρησκευτική εμπειρία ορισμένα δένδρα αντιπροσωπεύουν κάποια ισχύ, η οποία δεν οφείλεται μόνο στο ίδιο το δένδρο, αλλά κυρίως στις κοσμολογικές του προεκτάσεις. Μ’ άλλα λόγια δεν υπάρχει λατρεία αυτού καθαυτό του δένδρου, αλλά στην απεικόνιση του κρύβεται μια πνευματική οντότητα (48). Το δένδρο καθίσταται θρησκευτικό αντικείμενο, επισημαίνει ο M. Elliade, με την απλή παρουσία του (την «ισχύ») και με τον νόμο της εξέλιξής του (την «αναγέννηση»), επαναλαμβάνοντας αυτό που για την εμπειρία των πρωτόγονων είναι ο Κόσμος ολόκληρος (49). Για την αρχαϊκή συνείδη­ση το δένδρο αποτελούσε ένα σύμβολο της ανεξά­ντλητης Ζωής, αποτελούσε το Σύμπαν, μορφή μι την οποία απαντά στους πιο προηγμένους πολιτι­σμούς (50).

 

Άνω: Αργυρό τετράδραχμο Χαλκιδικής Συμμαχίας (Όλυνθος), π. 401- 398 π.Χ. . Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα, προστάτη της Συμμαχίας δαφνοστεφανωμένη (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Κάτω: Χρυσός στατήρας Φιλίππου Β΄ Μακεδονίας, π. 323/2 – 315 π.Χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 46)

 

Η δύναμη που βρισκόταν μέσα στο ιερό κλαδί μεταδιδόταν απλός από την παρουσία του ή την ε­παφή με αυτό. Η βασική ιδέα των αντιλήψεων αυ­τών, παρατηρεί ο M. P. Nilsson, ήταν αμιγώς μαγι­κή (51). Με το ιερό κλαδί ή το στεφάνι πίστευαν ότι ο άνθρωπος ερχόταν σε επαφή με την ευεργετική δύναμη η οποία ζούσε μέσα στο ιερό κλαδί και η ο­ποία μπορούσε να μεταδοθεί σε ό,τι ερχόταν σ’ ε­παφή μαζί του (52). Θεωρούσαν ότι ο άνθρωπος, μέ­σω του κλώνου, ερχόταν σε επικοινωνία με την υ­περφυσική δύναμη. Η πίστη αυτή, της ένωσης με το θείο, βασίζεται, κατά τον Μ.Π. Νιλσσον, στην ίδια α­ντίληψη η οποία διέπει τη Θεία Κοινωνία (53). Έτσι όποιοι αθλητές στεφανώνονταν, δέχονταν ένα μέ­ρος από τη θεία δύναμη του ιερού δένδρου, απ’ τα κλαδιά του οποίου είχε κατασκευασθεί το νικητή­ριο στεφάνι και μετουσιώνονταν στους «ἐπὶ τῆς γῆς μακάριους» (54). Γι αυτόν τον λόγο το λιτό στεφάνι της αγριελιάς εκτιμάτο τόσο, ώστε ο­ρισμένοι από τους αθλητές ολυμπιονίκες να ξεψυχήσουν από συγκίνηση την ώρα της στέ­ψης τους (55).

Στους ιστορικούς και στους κλασικούς χρόνους βρίσκουμε πολλές επιβιώσεις τη; πρωτόγονης λατρείας του δένδρου (56). Στο θρησκευτικό φως των ιστορικών χρόνων και κατά τη φάση της ολοκλήρωσης του ολυμπικού πανθέου, αυτή η πίστη εισχώρησε σε όλες τις τελετουργίες των Ελλήνων, επο­μένως και στις αθλητικές. Οι αγώνες απέκτη­σαν έναν προστάτη θεό, στο όνομα του οποίου πραγματοποιούντο. Το στεφάνι εμπεριείχε την αρχική ιδέα, αλλά το πνεύμα το οποίο μετέδιδε πλέον ήταν πνεύμα θεϊκό και όχι μαγικό. Το κλαδί των αγώνων που στεφάνωνε τους νικητές εμπλου­τίσθηκε και με άλλες θρησκευτικές αξίες και κατέ­στη «ιερό», όπως και οι αγώνες. Ο νικητής θεωρεί­το ο ευνοούμενος του θεού, ο θνητός τον οποίο ο θεός αξίωσε για την κατάκτηση της ευτυχίας (57). Ο στέφανος απέκτησε τη θρησκευτική και ηθική αξία του εξαγνισμού, του καθαρμού, καθώς και την α­ξία τηςαρετής (58). Ο αθλητής που το φορούσε εξα­γνιζόταν, είχε κατορθώσει να εξιλεωθεί απέναντι στον θεό, ενώ ο εξαγνισμός του αποτελούσε τηνπροϋπόθεση για την επικοινωνία του με το θείο (55). Η ιδέα της εξιλέωσης δεν ανήκει στον χώρο της μαγείας, αλλά σ’ εκείνον της θρησκείας, παρα­τηρεί o Ξ.Γ. Φραζερ (60). Το πολυπόθητο κλαδί αγριε­λιάς των νικητών της Ολυμπίας, όπως και η δάφ­νη των νικητών των Δελφών, καθώς και τα άλλα φυτά των ιερών αγώνων, αποτελούσαν το θεϊκό σημάδι το οποίο δέχθηκε ο τυχερός των αγώνων και το οποίο μετάλλασσε την προηγούμενη φύση του,μεταβάλλοντας τον από θνητό σε ένδοξο, σε πρόσωπο καθαρμένο και ιερό. Η πίστη πως η ευτυχία ήταν αφιερωμένη στον θεό δικαιολογείται από τη στεφαναφορία (61), την πομπή η οποία τελείτο προς τιμή του στεφανωμένου νικητή και την ε­πιστροφή του στεφανιού στον θεό, την κατάθεση, δηλαδή, του ιερού στεφανιού στον τοίχο του ναού του θεού από τον οποίο προήλθε (62). Το έθιμο αυτό ίσχυε από τα παλαιότερα χρόνια, όταν ακόμη για έ­παθλο στους νικητές δίνονταν χάλκινοι τρίποδες τους οποίους δεν έπρεπε οι αθλητές να απομακρύ­νουν απ’ το ιερό, αλλά να τους αφιερώνουν στον θεό. Ένας αθλητής από την Αλικαρνασσό, μάλιστα, παρατηρεί ο Ηρόδοτος, ο οποίος περιφρόνησε τον νόμο αυτόν, τιμωρήθηκε με τον αποκλεισμό της πόλης του από το ιερό (63).

 

Αριστερά: Αργυρό τετράδραχμο Αθηνών, π. 440 – 420 π.Χ. . Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Αθηνάς, στεφανωμένη με φύλλα ελιάς (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Δεξιά: Αργυρό τετράδραχμο Αμφίπολης Μακεδονίας, 356 – 355 π.χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα δαφνοστεφανωμένη (Βοστώνη, Museum of Fine Arts)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 47)

 

Οι ανωτέρω αντιλήψεις γίνονται εναργείς και στη δάφνη των Δελφικών αγώνων (64), η οποία δια­δραματίζει σημαντικό ρόλο και στη χρησμοδοσίατου Μαντείου (65). Η δάφνη συνδέεται με τον Απόλ­λωνα μέσο πολλών παραδόσεων (66), δεδομένου ότι αποτελεί το έμβλημα του θεού (67) και τοπροφητικό του σύμβολο (68): με δάφνινο στεφάνι στεφανώνο­νται οι νικητές των αγώνων του θεού. Αλλά και η Πυθία, το όργανο του Απόλλωνα,μασώντας την εκστατική δάφνη (69) εμπνέεται τις προφητείες του Μαντείου, οι οποίες για 12 περίπου αι­ώνες καθόριζαν την ελληνική πραγ­ματικότητα. Ο ίδιος ο Απόλλων κα­θιέρωσε ως έμβλημα του καθαρ­μού τη δάφνη (70) επέστρεψε από τα θεσσαλικά Τέμπη, τον τόπο εξα­γνισμού του για το μίασμα του φό­νου του Πύθωνα, στεφανωμένος με τη δάφνη την Τεμπική, ενώ, κρατώντας στοδεξί του χέρι κλάδο απ΄ αυτήν, ίδρυσε το μαντείο των Δελφών και καθιέρωσε τους Πυθικούς αγώνες (71). Προφανώς, ο θεός των εξαγνισμών οικειοποιήθηκε τις σχετικές τελετουργίες της περιοχής των Τεμπών για να τις εντάξει στη λατρεία του στους Δελφούς και να τους προσδώσει νέα και μεγαλύτερη λάμψη (72). Υποβάλλοντας ο ίδιος τον εαυτό του στη διαδικασία κά­θαρσης και επι­στρέφοντας εξα­γνισμένος με την ιερή δάφνη, υπέ­δειξε με το παρά­δειγμα του την υπο­χρέωση του εξαγνι­σμού. Οι νικητές των Πυθίων αγώνων στεφα­νώνονταν με τη δάφνη απ’ το ιερό δένδρο από το οποίο στεφανώθηκε κι ο ίδιος ο θεός όταν εξαγνίσθηκε (71). Κάθε φορά τη δάφνη έφερνε από τα Τέμπη ο αμφιθαλής κόρος, του οποίου για λό­γους αγνότητας έπρεπε και οι δύο γονείς να βρί­σκονται εν ζωή (74), και ο οποίος, προσωποποιώ­ντας τον Απόλλωνα, τρεπόταν σε φυγή στα Τέμπη από όπου επέστρεφε εξαγνισμένος (75). Η δάφνη αυ­τή θεωρείτο «αγία» (76) και «εξαγνιστική» (77), αποτε­λώντας την προσωποποίηση του εξαγνισμού. Ταυ­τόχρονα η ίδια είχε ενσωματωμένη τη δύναμη να ε­ξαγνίσει, μεταδίδοντας την ιερή της ιδιότητα σε ό,τι ερχόταν σε επαφή μαζί της. Κατά συνέπεια τη μετέδιδε και στους νικητές των αγώνων, οι οποίοι, στεφανωμένοι με τη θεϊκή δάφνη, αποκτούσαν το προνόμιο να γίνουν οι εκλεκτοί του θεού. Η δύνα­μη του ιερού δένδρου τους απάλλασσε από κάθε ενοχή, αλλά, κυρίως, τους έθετε υπό την προστασία του θεού. Τα κλαδιά της δάφνης, επομένως, μεταφέρονταν από τις τελετές εξαγνισμού στους Δελφούς για να στολίσουν τους νικητές των το­πικών αγώνων και να τους μεταδώσουν την εξαγνιστική δύναμη της. Το κλαδί του ιερού φυτού ή δένδρου σ’ αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την αντιπροσώ­πευση του ίδιου του θεού, πρό­κειται δηλαδή για μια ιεροφάνεια, για θεοφάνεια(78), δεδομένου ότι έχει τα ί­δια χαρακτηριστικά με τις ιερές προσφορές. Α­ποτελούσε το απαραί­τητο απόσπασμα μιας σημαντικής εξαγνιστικής τελετουργίας, της οποίας η ρίζα ανιχνεύε­ται σε πρωτόγονες ιδέ­ες, στα taboo (79). Είναι γνωστή η πίστη των πρω­τόγονων κυνηγών της Με­σολιθικής ή ίσως και της Πα­λαιολιθικής Περιόδου στις τελε­τές εξαγνισμού προτού εξορμή­σουν για κυνήγι με σκοπό τον καθαρμό τους απ’ το μίασμα του αίματος του ζώου (80). Οι δοξασίες αυτές είναι τα υπολείμματα των πρώ­των ιερών προσφορών για την καρποφορία της γης και των αγροτικών τελετών της περιόδου της αγροτικής οικονομίας της ανθρωπότητας. Οι μα­γικές τελετουργίες διείσδυσαν έτσι στη λατρεία των θεών κι έγιναν ιερές τελετές. Υπό την έννοια αυτή είναι «προθεϊστικές». Οι προθεϊστικές μαγι­κές συνήθειες συνδέονται ιδιαίτερα στην αρχαία Ελλάδα με τη γεωργία,η οποία, κατά την διάρκεια των προϊστορικών χρόνων, πρέπει να αποτελούσε την σπουδαιότερη ή τουλάχιστον μια αναγκαία βιοποριστική πηγή, όπως επισημαίνει ο M. Nilsson (81). Επιπλέον, το κλαδί της ελιάς έμεινε πάντα να συμβολίζει, εκτός από την καθαρότητα και την ηρεμία η οποία επέρχεται από την αγνότητα, και, κατ΄ επέκταση, την εσωτερική γαλήνη. Στον Νώε ένα κλαδί ελιάς φανέρωσε το τέλος της καταιγίδας, τη σωτηρία. Ο ελαιώνας παραπέμπει σε χώρο προσκυνήματος και ηρεμίας, σε μέρος βαθιάς επικοινωνίας με τις ανώτερες δυνάμεις, σε τόπο προσευχής, όπως το Ορος των Ελαιών. Γενικότερα, τα κλαδιά της ε­λιάς σε όλον τον κόσμο συμβολίζουν το ανώτερο σύγχρονο αναγκαίο αγαθό, την πολιτική και κοι­νωνική ειρήνη. Μέσα απ’ όλα αυτά παρατηρείται, κατά την πορεία της σκέψης, ένα διαδοχικό πέρα­σμα από τις μαγικές δοξασίες στις θρησκευτικές α­ντιλήψεις και από τις μεταφυσικές σε ανώτερες θεωρίες, με μια ταυτόχρονη ενσωμάτωση και εκλογί­κευση των ιδεών από τον κόσμο της μαγείας στον κόσμο της θρησκείας

 

Αριστερά: Αργυρός στατήρας Ζακύνθου, π. 370 – 360 π.Χ.. Εμπροσθότυπος: Κεφαλή Απόλλωνα δαφνοστεφανωμένη (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals)

Μέσο: Χρυσός διπλός στατήρας Αλεξάνδρου Γ’ Μακεδονίας, 336 – π. 323 π.Χ.. Οπισθότυπος: Νίκη η οποία κρατά στεφάνι και στυλίδα (Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο)

Δεξιά: Μισό χρυσού στατήρα Πύρρου Ηπείρου, 278 – 276 π.Χ.. Οπισθότυπος: Νίκη η οποία κρατά τρόπαιο και στεφάνι (Λονδίνο, British Museum – Department of Coins and Medals)

(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 48)

 

Η τελετή στέψης του νικητή των αγώνων έχει και άλλους συμβολισμούς, καθώς θυμίζει την τελε­τή στέψης του αρχαίου βασιλιά. Σε κάποιο στάδιο της αρχαϊκής κοινωνίας ο βασιλιάς είχε ιερό χα­ρακτήρα εφόσον θεωρείτο προικισμένος με υπερ­φυσικές δυνάμεις ή αποτελούσε την ενσάρκωοη της θεότητας (82). Η στέψη του νικητή και η ωδή κατά την επιστροφή του στην πατρίδα είχαν τα τελε­τουργικά χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού θριάμ­βου, ο οποίος θύμιζε την αποθεωτική στέψη τον αρχαίου εποχικού βασιλιά (83). Ο «εποχικός βασι­λιάς» ενσάρκωνε τον δαίμονα Ενιαυτό στην τοπι­κή του μορφή, τον αγαθό δαίμονα στον οποίο προ­σωποποιείται το πνεύμα του χρόνου στο γεωργικό στάδιο επηρεάζοντας τη βλάστηση και την εσο­δεία (84). Η βασιλεία του τελείωνε, οπότε έπρεπε να θανατωθεί ή γινόταν ανανέωση της θεϊκής ευλο­γίας ανά εννεαετία (85). Το στεφάνι της στέψης των βασιλιάδων τους εξάγνιζε από κάθε ενοχή και τους προστάτευε από κάθε κακό, καθαίροντας μέ­σω αυτών και την κοινότητα από τα κρίματα, αφού οι βασιλιάδες αυτήν εκπροσωπούσαν. Οι αγώνες αυτού του είδους στην αρχαιότερη, ίσως λειτουργία τους ξεκινούσαν από αγωνίσματα των μυητικών τελετών της Ενήβωσης, δηλαδή πανάρχαιων ιεροτελεστιών μύησης των εφήβων, με τις οποίες γινόταν δεκτή η ενσωμάτωση τους στην τάξη των ενηλίκων (86). Η αγιότητα μεταφέρθηκε στον αρχαίο εποχικό βασιλιά κι αντακλάτο μέχρι τους κλασικούς χρόνους στον νικητή των Ιερών Αγώνων, ο οποίος άγγιζε τα όρια ενός θεού (87) . Η τελετή της στέψης μετάλλασσε τη φύση του νικητή αναβαθμίζοντας την προηγούμενη ποιότηητή του, καθώς αυτός μεταβαλλόταν από αθλητή σε ήρωα της βλάστησης και σε «θεό του Μαϊου», όπως τον ονομάζει ο Piere Leveque (88). Ο τελευταίος υποστηρίζει πως το τυπικό των αγώνων στο σύνολο του γιορτάζει την αέναη επιστροφή, τη διαρκή ανανέωση της φύσης, που είναι η πηγή της ζωής. Οι λειτουργίες αυτές, της ανανέωσης και της «παραγωγής της φύσης, εξηγούνται κυρίως στο πλαίσιο μιας θρησκείας της γονιμότητας, της οποίας οι απαρχές ανιχνεύονται κάπου στην Ανατολή της Νεολιθικής Περιόδου και η οποία εισέρχεται στην Ελλάδα οριστικά από τους Αχαιούς (89), είναι σαφές πως από την περίοδο εκείνη μέχρι την διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων (776 π.Χ.) πολυάριθμες πολιτισμικές εξελίξεις και μετεξελί­ξεις επήλθαν, όπως επίσης είναι σαφές πως η πνευματικότητα των αγώνων βρίσκεται στα βάθη μιας μακρόχρονης συλλογικής διανοητικής διεργασίας (90). Με άλλα λόγια, η Ολυμπία βρίσκεται στο κέντρο πολλαπλών πολιτισμικών επιδράσεων, εκ­δηλώνοντας, όμως, τη συνθετική ικανότητα του νέου και δυναμικού λαού να παραλαμβάνει πολι­τισμικά κι εθνολογικά στοιχεία της πρώιμης επο­χής και να διατηρεί στην ιστορική εποχή ό,τι αντα­ποκρίνεται στον δικό του τρόπο ζωής, προσδίδο­ντας τους έναν εθνικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα (91).

Έτσι, η Ολυμπία αναδεικνύεται σε τόπο πρόσμει­ξης πολιτισμών, ο οποίος, προσλαμβάνοντας ξένα στοιχεία, τα εξελληνίζει μ’ έναν τρόπο ίσως μονα­δικό στην Ιστορία.

 

Μαρμάρινη αττική στήλη (α’ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.) του «Αυτοστεφανούμενου» από τον ναό της Αθηνάς στο Σούνιο (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 49)

 

Η λατρεία των δένδρων έχει διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στη θρη­σκευτική ιστορία της Αρίας φυλής στην Ευρώπη, ό­πως υποστηρίζει ο J. Frazer. Το ιερό κλαδί που φέρνει ζωή και γονιμότητα α­σκεί ακόμη σπουδαίο ρόλο στα αγροτικά έθιμα της σύγχρονης Ευρώπης, αλλά και των άλλων Ηπεί­ρων (93). Το ίδιο ισχύει και για την ανανεωτική δύνα­μη του δένδρου. Έτσι, οι παίκτες μπάλας των Ινδιάνων Cherokee πλένουν το σώμα τους με το νερό των ριζών του φυτού κάτγουντ, για να ενδυ­ναμώσουν τους μύες τους (94). Ανάλογα τελετουργι­κά στοιχεία επιβιώνουν και στην Ελλάδα (95). Η ευ­εργετική δύναμη που εμπεριέχεται στο ιερό κλαδί βρίσκει εφαρμογή σε πολλές από τις σημαντικές στιγμές της ζωής, όπως στο στεφάνι της τελετής του γάμου (96). Παρόμοιες αντιλήψεις εντοπίζονται σε διάφορα έθιμα, όπως είναι το κλαδί ή το στεφά­νι του Μαϊού (97), οι θρησκευτικές και θεραπευτικές ιδιότητες της δάφνης, τα βάγια με το κλαδί της ε­λιάς, η υποδοχή του Ιησού με βάγια την Κυριακή των Βαΐων (98), το στεφάνι του βασιλιά, ίσως το Χριστουγεννιάτικο δένδρο, καθώς επίσης και άλ­λα έθιμα τα οποία μέσω της θρησκείας εισέδυσαν στην κοινωνία και διατηρούνται ακμαία ως σήμε­ρα (99). Αυτά όλα φανερώνουν τελικά μια σιωπηρή ε­σωτερική αλληλουχία των ανθρώπινων εκδηλώσε­ων και μια μετάβαση κόσμου από τη μαγεία στη θρησκεία και από την φαντασία στην λογική. Όσο και αν μιλήσει κανείς για σταδιακή ωρίμανση του πολιτισμού, διακρίνεται ωστόσο στις διάφορες φάσεις της ιστορίας της ανθρωπότητας ένας κοινός παρανομαστής, ο οποίος συνενώνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις: πάντοτε ο άνθρωπος επιδιώκει με πάθος το ίδιο, την αλήθεια, η οποία ταυτίζεται με την αναζήτηση της γνώσης, η οποία αποτελεί, όπως επισημαίνει ο Frazer (100)  το ευγενέστερο και ι­σχυρότερο μέσο για τη βελτίωση της ανθρώπινης μοίρας.

 

«Απόλλων σπένδων»: παράσταση στο εσωτερικό λευκής κύλικας (π. 470 π.Χ.), η οποία ανακαλύφθηκε στους Δελφούς. Ο Απόλλων κάθεται μεγαλοπρεπώς σε πτυκτό δίφρο και στο κεφάλι με την καλοχτενισμένη κόμη φέρει κλαδί δάφνης (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 49)

 

Το στεφάνι των νικητών των αγώνων έχει ως εκ τούτου διάφορους ηθικούς συμβολισμούς, πολ­λοί από τους οποίους χάθηκαν στην πορεία του χρόνου, ενώ άλλοι διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Οι συμβολισμοί αυτοί ανάγονται στην εποχή του μύθου τότε που κάθε φυσικό φαινόμενο λάμβανε μεταφυσικές διαστάσεις. Οι μαγικές αυτές ερμηνείες αποτελούν υπολείμματα της λατρείας του δένδρου, τότε που ο απολίτιστος άνθρωπος πίστευε στη θεωρία του «ανιμισμού» (101). Αργότερα οι θεωρίες αυτές, της ευεργετικής επίδρασης του ιερού κλώνου ή της προστασίας από κακές επιδράσεις, ε­πικαλύπτονται από τον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας και ενσωματώνουν ανάλογες αντιλή­ψεις. Μετέπειτα ο ανιμισμός δίνει τη θέση του στον πολυθεϊσμό, προσδίδοντας στις αντιλήψεις αυτές θρησκευτικό περιεχόμενο, όπως αυτό της ε­ξιλέωσης, ιδέα η οποία δεν ανήκει στον χώρο της μαγείας, αλλά της θρησκείας. Άλλες σημαντικές α­ξίες είναι αυτή της αγνότητας, της κάθαρσης και του συμβόλου της παγκόσμιας ειρήνης, οι οποίες ε­πιβιώνουν ως τις μέρες μας, παρά τον σκληρό «ανταγωνισμό» τους με το χρηματικό κέρδος το ο­ποίο αποφέρουν στην εποχή μας οι αθλητικές νί­κες. Γενικά, πάντως, οι συμβολισμοί και οι πα­ραπάνω ερμηνείες του στεφανιού στέψης του νικητή των αγώνων επιβεβαιώ­νουν τη θεωρία ότι ο αθλητισμός αποτελεί   έναν   «μικρόκοσμο» και έναν καθρέπτη της κοινωνικής εξέλιξης, αντανακλώντας την πορεία της κοινωνίας» (102)

 

Αναμνηστικό μετάλλιο των Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στο οποίο παρίσταται επιχρυσωμένη Νίκη, έργο του Νικηφόρου Λύτρα (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 46, άρθρο «Το στεφάνι του νικητή των αγώνων και οι ηθικοί συμβολισμοί του», Κωνσταντίνα Γογγάκη, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, σελίδα 51)

 

 

Σημειώσεις

1. Παυσανία 5.7.6. Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι έχουν έκδηλη σχέση με τη βλάστηση, δεδομένου ότι συνδέονται με τους κλάδους ελιάς, βλ. Pierre Leveque, «Ελληνικοί αγώνες. Ρωμαϊκά αθλήματα και αθλήματα της Κεντρικής Αμερικής: η ιδεολογία της αέναης επιστροφής». Αρχαιολογία, 4,1982, σελ. 10.

2. Ο αγώνας δρόμου αναζωογονεί τις γενετικές δυνάμεις της Γης με την παλμική δόνηση την οποία της προκαλεί. Οι απαρχές αποδίδονται στους Ιδιαίους δακτύλους  βλ. Pierre Leveque, «Ελληνικοί αγώνες», σελ. 10.

3. Παυσανία 5.7.7 Διέθεταν τόσο πολύ κότινο, ώστε κοιμούνταν σε χλωρά ακόμη φύλλα του: ο.π,

4. Πινδάρου: Ολυμπ. 3. 14-16, Ολυμπ. 3. 31. Παυσαν. 5. 7. 7, πβ Plin. Nat. Hist. 4. 12. 89.

5. Πίνδαρου, Ολυμπ. 3.16-18.

6. Πινδ. Ολυμπ,, 6, 68-70. Παυσανία 5. 7. 9, πβ. Πίνδαρου. Ολυμπ. 2. 3-4. πβ. Lewis R. Farnell, Critical Commentary to the works of Pindar, Adolf M. Hakkert, Publisher, Amsterdam 1965 (α’ London 1932), σελ. 82, σημ. 43-50, Richard D. Mandell, Sport. A Cultural History, Columbia University Press, New York 1984, σελ. 45 πβ. Martin P. Nilsson, Η μυκηναϊκή προέλευση της ελληνικής μυθολογίας, μτφ. Ι.Κ. Μαζαράκη Αινιάν, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1985 (β΄), 1979(α΄), σελ. 102. Τίτλος του πρωτότυπου: The Mycenaean Origin of Greek Mythology, New York 1938, IIβ, Cornford F.M., «Thje Origin of the Olympic Games», in Themis. A study of the Social Originins of Greek Religion, by J.H. Harrison, Cambridge 1912.  Το έργο μεταφράσθηκε και στα ελληνικά μι τίτλο: Η Προέλευση των Ολυμπιακών αγώνων, μτφ. Θεοδ. Σιαφαρίκα, Εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 1996.

7. Παυσανία 5. 7. 9.

8. Πινδάρου, Ολυμπ. 3. 14, Πυθ. 10. 41-42. Διόδωρου Σικελιώτη 2. 47.1.

9. Πηγές για τους Υπερβόρειους: Πινδ. Ολυμπ, 3. 13 κ.ε., Πυθ. 10. 29 κ.ε., Ηρόδ. 4.13, 4. 32-35, Σοφοκλέους απόσπ. 956, Στράβωνος 15.1. 57. Διόδωρου Σικελιώτη 2. 47, Plin Nat. Hist. 4.12.89, Αιλιανού Περί ζώων 11.1 και Ποικ. Ιστορ. 3.1, Παυσ. 5. 7. 7-8. πβ. Lewis R. Farnell, The cults of the Greek States (5 τ.), Oxford 1907, τ. 4, σσ. 101-3, πβ. του αντου, Critical Commentary to the Works of Pindar., σελ 25, σημ. 14-35.

10. Ηροδότου 4.32, Καλλίμαχου Υμν. 4. 281 κ.ε., Απολλόδωρου 1. 4. 5, Πλουτάρχου, Περί Μουσικής 14 (Ηθικά 1136 Α-Β), Παυσανία 1.18. 5, Παυσανία 5. 7. 7-9, Νόννου Διονυσ. 331 κ.ε., Virg. Aen. 11. 532 κ.ε.

11. Martin P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, μτφ. Αικατ. Παπαθωμοπούλου, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1990 (5η έκδ.), σελ. 44. Τίτλος τον πρωτοτυπου: A History of Greek Religion, Oxford University Press, β’ έκδ. 1949.

12. Πινδ. Ολυμπ. 3. 16. Για τη σχέση τον Απόλλωνα με τους Υπερβόρειους βλ. Κωνσταντίνα Γογγάχη, Ο Μυθολογικός Κύκλος των Πυθίων Αγώνων. Καταγωγή – Τελετουργία – Ερμηνεία. Διδακτορική διατριβή (αδημοσίευτη), Αθήνα 1997.

13. Έτσι την ονομάζει ο Παυσανίας 5.15. 3 = η ελιά που κάνει καλά στεφάνια, βλ. H. G. Liddel – R. Scott, Lexicon

14. Αιλιανού, Ποικίλη Ιστορία 3. 1: ελιά, Ευριπίδου Ιων 919: δάφνη, Ευριπίδου Ιφιγένεια η Ταύροις 1098: ελιά και δάφνη.

15. James George Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, μτφ. Μπ. Μπικάκη, τ. Α’, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 1990. σελ. 184. Τίτλος τον πρωτοτύπου: The Golden Bough. A study in Comparative Religion, τ. 1-12, London 1911- 1915. Πβ. Mirca Eliade, Πραγματεία πάνω στην Ιστορία των θρησκειών, μτφ. Ελσης Τσούτη, εκδ. Ι. Χατζηνικολή, 1981, σσ. 289-90. Τίτλος τον πρωτοτύπου: Traite d’ Histoire des Religions, εκδ. Payot Paris 1964.

16. Martin P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, σσ. 33, 35. Η Αθήνα συχνά απεικονίζεται στην τέχνη στεφανωμένη με φύλλα ελιάς, βλ. Εκδοτική Αθηνών, Ελληνική Τέχνη. Αρχαία Νομίσματα. Μαντώ Οικονομίδου, Αθήνα 1996, εικ. 79 (περιγραφή-σχολιασμός σελ. 224), πβ. εικ. 145 (περιγρ.-σχολ. σελ. 241).

17. Πινδάρου, Νεμεόν. 10. 35, Λουκιανού, Ανάχαρσις ή Περί Γυμνασίων 9, βλ. G. Branchitsch, Die Panathenaischen Preisamphoren, Berlin 1910. Πβ. Pierre Leveque «Ελληνικοί αγώνες», σελ. 11, Νίκης Προκοπίου, «Παναθηναϊκοί Αμφορείς», Αρχαιολογία, 4, 1982, σσ. 32-8, Ρηζ Άννα-Ειρήνη Βαλλέρα Ρίκερσον, Reese Anne C. -Irini Vallera Rickerson, Αρχαίες Ελληνίδες Αθλήτριες. Ancient Greek Woman Athletes, Ιδεοθέατρον, Ideotheatron, Αθήναι, Athens 2000, (Δίγλωσση έκδοση), σελ. 171.

18. Για τη δομή και τη μορφολογία του «Ιερού» βλ. M. Ellade, Πραγματεία, ασ. 21-53.

19. Παυσανία 5. 4. 5-6.

20. Παυσανία 5. 26. 2.

21.Βλ. M.I. Finley – H.W. Pleket, The Olympic Games. The first thousand years, London 1976, σελ. 26, Πβ. Αιγαιοπελαγίτες Ολυμπιονίκες της Αρχαιότητας. Aegean Olympic Victors in Antiquity, (Δίγλωσση) εκδ. Υπουργείου Αιγαίου, Ministry of the Aegean, κείμ. και επιμ. Νίκος Σταμπολίδης – Γιώργος Τασούλας, , Text and Editing Nikos Stampolidis – Yorgos Tassoulas, Αθήνα, Athens 2001, σελ. 13 και σημ. 11.

22. Παυσανία 5. 15. 3. Πβ. Πάνο. 5. 14. 3: ο κότινος φυτρώνει στον ποταμό Αλφειό.

23. Παυσανία 5. 20. 1.

24. Παυσανία 5. 8. 5-6. Τα στεφανιαίων νικητών τοποθετούνταν σε ειδικά τράπεζα, ως αφιέρωμα στον θεό. Ηροδότ. Ι. 144. Ξενοφώντος Αγησίλαος 1, 27.

25.  Πίνδαρου, Ολυμπ. 3.11 13.

26. Πινδάρου, Ολυμπ, 3. 6, πβ.  Ίσθμιον. 1. 29, Ίσθμιον.  2. 15.

27. Με ευφημίες και άνθη φιλούσαν τον νικητή: Πινδάρου, Ίσθμιων. 2, 25.

28. Ολυμπ. 8. 76

29. Πινδάρου, Ολύμπ. 14. ΙΙβ. Θ. Βορέα, Επίνικοι, εκδ. γ΄, Μπάυρον, σσ 17  και 126. Πρώτος αυτό το εφάρμοσε ο Απόλλων, όταν επίστρεφε απ’ τα Τέμπη: Αιλιανού Ποικ. Ιστ. 3. Ι.

30. Παυσανία 5. Π. 1.

31. Παυσανία 5.11.1.

32. Παυσανία 5. 15. 10. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση μονό τα ξύλα της Λεύκας χρησιμοποιούσαν οι Ηλείοι θυσιάζοντας στον Δία, επειδή ο Ηρακλής τη μετέφερε από τον ποταμό Αχέροντα της Θεσπρωτίας: Παύσ. 5. 14. 2. Στεφάνους Ελαίας έδιναν οι Ήλειοι στις νικήτριες παρθένες των Ηραίων αγώνων: Παυσ. 5. 16.3.

33. J.G. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α’, σελ. 171, πβ. M.P. Nilsson, Ελληνική Λαϊκή θρησκεία, μτφ. Ι.θ. Κακριδή, σειρά «Η βιβλιοθήκη τον φιλόλογου», Αθήνα 1979. σελ. 6. Τίτλος τον πρωτοτύπου: (Greek Popular Religion,. Για την λατρεία των δένδρων βλ. ο.π. σσ. 168-84, τ, Λ’. Πβ. M. Eliade, Πραγματεία, σσ. 23, 27-9, 31, 252-309.

34.  Walter Burkert, Αρχαία Ελληνική θρησκεία. Αρχαϊκή και Κλασσική Εποχή, μτφ. Νίκος Π. Μπεζαντάκος – Αφροδ., Αβαγιανού, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993, σσ. 79-80. Τίτλος πρωτότυπου: Griechische Religion der archaischen und klassischen epoche(15ος τ. της σειράς Die Religionen der Menscheit), Verlag W. Kokhlhammer, 1977. Axel W. Persson, The Religion of Greece in Prehistoric Times, Univ. of California Press, Berkeley and Los Angeles 1942, sel. 7. M.P. Nilsson, Ιστ. Αρχ. Ελλην. Θρησκείας σσ, 25, 27, 35. Πβ. M. Eleiadem, Πραγματεία, σελ. 265

35. Μ.Ρ. /νι/ννοπ, Ιστ. Αρχ. Ελλην. θρησκ., σσ. 25, 35,104 χ.ε. Σνμφωνα με τη διαλεκτική του ιερού ένα απόσπασμα ισοδυναμεί με το όλον, πβ. Μ. ΕΙϊαα’ε, Πραγματεία, σελ. 305.

36. M. P. Nilsson, Ιστ. Αρχ. Ελλην. Θρησκ., σσ 104-5 .

37. Για τη λατρεία της μαντικής δρυός του Δία βλ. J.G. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τόμ. Β'(Αθήνα 1991), σσ. 22-6, πβ. τ. Α,  σσ. 227, 229, 332.

38. Πβ. M. Eliade, Πραγματεία, σελ. 265.

39. Στράβωνος 8. 6. 22, 380, Λουκιανού Ανάχαρσις ή περί Γυμνασίων 9. Πβ. R.D. Mandell, Sport. A Cultural History,, σελ. 54, M. Eliade σελ. 265. Για την επιβίωση της μηλιάς ως δένδρου που συμβολίζει τη γονιμότητα, Βλ Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ.  Α’, σελ. 183. Άλλα ιερά φυτά: Πλουτάρχου, Θησέας8.

40. M.P. Nillson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. Θρησκ., σελ 105. Στην κλασική εποχή οι θεότητες του· δασούς απεικονίζονται με ανθρώπινο σχήμα και ο δασικός τους χαρακτήρας δηλώνεται από ένα κλαδί ή ανάλογο σύμβολο, βλ., J. G. Frazer,  Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α’, σελ. 180.

41. M.P. Nillson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. Θρησκ., σελ. 104. Για την Ειρεαιώνη βλ. , Jane Ellen Harrison, Αρχαίες Ελληνικές Γιορτές, μτφ. Ελένη Παπαδοπούλου εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα, σσ. 114-7. Το βιβλίο αυτό αποτελεί απόσπασμα του έργου της συγγραφέως με τίτλο του πρωτότυπου: PPROLEGOMENA. To the Study of Greek Religion, Cambridge at the Univ. Press, 1903

42. M.P. Nillson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. θρησκ.,, σσ. 104-5. Για τα Θαργήλια, τον κατ’  εξοχήν εορτασμό της προσφοράς των πρώτων καρπών στην περίπτωση της  συγκομιδής βλ. J. E. Harrison, Αρχαίες ελληνικές Γιορτές (από τα Prolegomena) σσ. 113-34.

43. M.P. Nillson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. θρησκ., σελ. 105. Πβ. J. E. Harrison, Αρχαίες Ελληνικές Γιορτές (από τα Prolegomena) σσ. 114.

44. M.P. Nillson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. θρησκ., σελ. 105.

45. Πβ. J. E. Harrison, Αρχαίες Ελληνικές Γιορτές (από τα Prolegomen), σελ. 114.

46. Πβ. Κωνσταντίνα Γογγάκη, ο Μυθολογικός Κύκλος των Πυθίων Αγώνων, ό.π.

47. M.P. Nillson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. θρησκ.,  σελ. 105.

48. Πβ. M. Eliade, Πραγματεία, σελ. 255.

49. M. Eliade, Πραγματεία, σελ. 256.

50. Πβ. M. Eliade, Πραγματεία, σσ. 256 και 291.

51.  Ιστ. Αρχ. Ελλην. θρησκ., σελ. 105. Για τις αρχές της μαγείας, βλ. J.G. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α΄, σς. 26 κ.ε.

52.  Βλ. M.P. Nillson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. θρησκ., σελ. 104, σελ. 105.

53. M.P. Nillson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. θρησκ.,  σσ. 105-6.

54. Πβ. Ν. Γιαλούρη, «Οι Ολυμπιακοί αγώνες: Προέλευση, η ιστορία τους και η επιβίωση τους στη σύγχρονη εποχή», στα Πρακτικά  διεθνούς συνέδρων με θέμα, «Ο θεσμός των Ολυμπιακών αγώνων». Αρχαία Ολυμπία 3-7 Σεπτ. 1991, εκδ. Ελλην. Κέντρου έρευνας αθλητ. δικαίου, Αθήνα 1993, σελ. 72.

55. Παυσανία 3. 18. 7, πβ. Λ. Γιαλούρη, ό.π.

56. A. W. Persson, The Religion, σελ. 7. George Thomson, Η Αρχαία Ελληνική Κοινωνία. Το Προϊστορικό Αιγαίο, μτφ:. Γιάννη Βιστάκη (β’ έκδ.), Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 72. Το έργο πρωτοεκδόθηκε απ’ τους εκδότες Lawrence και Wishart, London, 1949, Οι αντιλήψεις αυτές είναι ορατές και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Ο Νέρων αφιέρωσε στον ναό της Ολυμπίας τρεις στεφάνους κατ’ απομίμηση των φύλλων της αγριελιάς και τέταρτο μιμούμενο τα φύλλα της δρυός: Παυσανία 5. 12.8.

57. Πινδάρου Ολυμπ. 8. 83-84, Πυθ. 8. 64 κε, 10. 10-12, Νεμ. 3. 65, 6.13.

58. Πινδ. Ολυμπ. 3.17: στέφανον τ’ αρετάν. Ολυμπ. 7. 89: άνδρα τε πυξ αρετάν ευρόντα

59. Κωνσταντίνας Γογγάκη, «Το νόημα της Ολυμπιακής νίκης στην κλασική αρχαιότητα», στο: Πρακτικά 2ου Επιστημονικού Συμποσίου με θέμα «Ό Αθλητής στο κατώφλι ταυ 21ου αιώνα, Αθήνα 2004», Λαμία 4-5 Απρ. 1998, εκδ. Ναυτικού Ομίλου Λαμίας, 1998, σελ. 98.

60. Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α,  σελ. 56.

61. Πινδάρου, Ολυμπ. 8. 10, πβ. L. R. Farnell. Critical Commentary to the Works of Pindar, σελ. 60, σημ. 10.

62. Πβ. Θ. Βορέα, Πίνδαρος. Επίνικοι, σελ. 17.

63. Ηροδότου 1.144,

64. Η δάφνη καθιερώθηκε από τη δεύτερη Πυθιάδα: σχολ. Πινδάρου Πυθ., Υπόθεσις Πυθίων b (Drachman, vol. II), Παυσανία 10. 7. 5, πβ. Στράβωνος 9. 3. 10, 421. Πβ. Catherine Morgan, Athletes and Oracles.The transformation of Olympia and Delphi in the eight century BC, Cambridge University Press, Cambridge, New York, Port Chester, Melbourne, Sydney 1990, σελ. 136

65. Η δάφνη παρουσιάζει ομοιότητες με την προφητική δρυ της Δωδώνης, βλ. J.G. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α’, σσ. 227-34.

66. Οβίδιου, Μεταμορφώσεις 1, 452 κ.ε.. Παυσανία (Φωκικά) 10. 7. 8 και (Αρκαδικά) 20. 2-4. Πβ. Κ. Γογγάκη, Ο Μυθολογικός Κύκλος των Πυθίων Αγώνων. ό.π., Ken Dowden, Death and the Maiden. Girls Initiation Rites in Greek Mythology, Routledge, London and New York 1989, σσ. 174-9, Ελληνική Μυθολογία, Εκδοτικής, τ, 2, σσ. 150-2. Ο πρώτος μυθικός ναός του Απόλλωνα ήταν κατασκευασμένος από δάφνες: Παυσ. 10. 5. 9, πβ. Μανόλη Ανδρόνικου, Δελφοί, Εκδοτικής Αθηνών, Αθήνα 1990, σελ. 18. Για την τελετή των «Δαφνηφόριων»’, βλ. W. R. Halliday, Folklore Studies. Ancient and Modern, Λονδίνο 1924, σσ. 122 κ.ε., Jane Ellen Harrison, Themis. A Study of the social origins of Greek Religion, Λονδίνο 1963, σσ. 437-8.

67. Ο Απόλλων απεικονίζεται στην τέχνη συνήθως στεφανωμένος με κλαδιά από το ιερό του φυτό, την δάφνη, βλ. H. J. Rose A Handbook of Greek Mythology. Including its extension to Rome, London, New York 1928 (α’), σελ. 134, W. Burkert, Αρχ. Ελλην. θρησκ. σελ. 308. Βλ. επίσης Εκδοτική Αθηνών, Ελληνική Τέχνη. Αρχαία Νομίσματα, Μαντώς Οικονομίδου, εικ. 113, (περιγρ.-σχολ. Σελ. 233), εικ. 118 (περιγρ.-σχολ. σελ. 234), εικ. 127 (περιγρ.-σχολ. σελ. 236), εικ. 186 (περιγρ.-σχολ σελ. 252).

68. Η δάφνη αποτελούσε αναπόσπαστο  τμήμα της εκστατικής προφητείας. Ο Απόλλων στους Ομηρικούς ύμνους ήδη χρησμοδοτεί με τη δάφνη. Ομηρικός Ύμνος 3 (Εις Απόλλωνα) 396. Για τον ιδιαίτερο ρόλο της δάφνης στη χρησμοδοσία βλέπε Roland Martin-Henri Metzger, Η θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων, μτφ. Μίνας Καρδαμίτσα, Ινστιτούτο του βιβλίου-Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992, σσ. 41, 49-52. Τίτλος πρωτοτύπου: La religion grecque P. U. F. 1976. Επίσης με φύλλα δάφνης θυμιατιζόταν η Πυθία στην ιερή εστία, πβ. Μ. Ανδρόνικου, Δελφοί, σελ. 12.

69. Πβ. H.W. Park, Ελληνικά Μαντεία, μτφ., Ανδρέα Βοσκού, εκδ. Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1979, σσ. 94-5. Τίτλος του πρωτοτύπου:Greek Oracles, London 1967, Μ. Ανδρόνικου, Δελφοί, σελ. 12, J.E. Harrison, Αρχαίες Ελληνικές Γιορτές (από το Prolegomena), σελ. 63. Η’ σειώντας τα κλαδιά της δάφνης, βλ. H. W. Park, Ελληνικά Μαντεία, σελ. 94, Η

70. Σχόλια Πινδάρου, Πυθ., Υποθέσεις Πυθμίων a (Drach.), Πλουτάρχου, Ηθικά 293 C. Βλ. A. Brelich, Paides e Parthenoi, Incunabula Graeca., Ρώμη 1969, σελ. 397.

71. Αιλιανού. Ποικίλη Ιστορία 3. 1.

72. Martin P. Nillson, Griechische Feste von Religioser Beteutung, Leipzig 1906, σελ. 153

73. Αιλιανού Ποικίλη Ιστορία 3. Ι: και μην και τοις Πυθίοις εκ ταύτης της δάφνης τους στεφάνονς τοις νικώσι διδόασιν.

74. Ο λόγος για τον οποίο οι αρχαίοι επέλεγαν «αμφιθαλή παίδα» για να στολίσει ή να μεταφέρει την Ειρεσιώνη, ήταν η πίστη πως αυτός που είχε έρθει έστω και σε έμμεση επαφή με τον θάνατο έφερνε κακή τύχη, βλ. J. E. Harrison, Αρχαίες ελληνικές εορτές (από τα Proleg;omena), σσ. 114-5.

75. Πλουτ. Ηθικά 418 Β. Βλ. M.P. Nilsson, Ιστ. Αρχ. Ελλην. Θρησκ., σσ. 96, 105, W. R. Halliday., The Greek Question of Ploutarch,, Οξφόρδη, At the Clarendon Press, 1928, σελ. 70, J. E. Harrison, Themis, σελ. 427, Joseph Fonterose, Python. A study of Delphic Myth and its Origins, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1980(β’), σελ. 456.

76. M.P. Nilsson Griechisce Feste, σελ. 157.

77. Lewis Richard Farnell, The Cults of the Greek States (5. τ.), Oxford 1907, τ. 4, σσ. 293-5, W. R. Halliday, The Greek Questions, σελ. 70.

78. Ως «φυτικές επιφάνειες» αναφέρει ο M. Elliade τη δρυ του Διός, τη Δάφνη του Απόλλωνα και την αγριελιά του Ηρακλή: Πραγματεία, σελ. 265, πβ. Σς. 343 κ.ε. Πβ. L.R. Farnell, The Cults of the Greek States, τ. 4, σελ. 105.

79. M.P. Nilsson, Ιστ. Αρχ. Ελλην. Θρησκ., σελ. 148. Για την έννοια του ταμπού βλ. J.G.Frazer, τ. Β΄, σελ. 122 κ.ε.

80. David Sansone, Greek Athletics and the Genesis of Sport, Univ. of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1988, σελ. 40

81. M.P. Nilsson, Ιστ. Αρχ. Ελλ. Θρησ., σελ. 109.

82. Πβ. J. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Β΄, σελ. 37, τ. Α΄, σσ. 24-5. Στο αξίωμα του βασιλιά μπορεί να εξελιχθεί ο δημόσιος μάγος: βλ.  ο.π. τ. Α΄, σσ. 94, 127-38. Για τις εορτές του Νέου Έτους στη Βαβυλώνα, στις οποίες έπρεπε να ανανεώσει ο βασιλιάς τη δύναμή του, βλ. ό.π. τ. Β΄, σελ. 209

83. Βλ. Παναγή Λεκατσά, Πίνδαρος. Μετάφραση και ερμηνευτικά, εκδ. Δίφρος, Αθήνα, έκδ. Γ΄, χχ, σελ. 55

84. Για τον «Ενιαυτό Μύθο» βλ. J. E. Harrison, Themis, σσ. 331 κ.εξ.

85. Πλουτάρχου, Ηθικά 293 Β. Πβ. A. Mommsen, Delphika, Leipzig 1878, σσ. 153-4, J. Fontenrose, Python. A Study of Delphic Myth and Its Origins, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1980, σελ. 456, J.E. Harrison, Themis, σσ. 432-6. Το διάστημα αυτό ήταν και το διάστημα των Πυθίων αγώνων: Σχόλια Πινδάρου Πυθ., Υπόθεσις Πυθίων b (Drach).

86. Πβ. Pierre Leveque, «Ελληνικοί Αγώνες», σελ. 10, Π. Λεκατσά, Πίνδαρος σελ. 55.

87. Πβ. Horst Buhmann, Der Sieg in Olympia un die anderen panehellenischen Spielen, Munchen 1972, Π. Λεκατσά, Πίνδαρος, σελ. 55, Κ. Γογγάκη, «Το νόημα της Ολυμπιακής Νίκης», σσ. 95-105

88. «Ελληνικοί αγώνες», σελ, 10.

89. Pierre Leveque, «Ελληνικοί Αγώνες», σελ. 11

90. Πβ. Gunter Gebauer (ed.), Die Aktualitat der Sportphilosophie, Academia Verlag, Sankt Augustin, Germany 1993, sel. 233, Pierre Leveque, «Ελληνικοί Αγώνες», σελ. 11

91. Πβ. Wilcken Ulrich, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, μτφ. Ιω. Τουλουμάνου, εκδ. Παπαζήση, Θ’ έκδ., Αθήνα 1976, σελ. 68. Τίτλος του πρωτότυπου: Griechische Geschichte im Pahmen der Alterumgeschichte, Verlag von R. Oldenburg, Munchen 1962 (α΄. 1862)

92. Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α΄, σελ. 168.

93. Πβ. M.P. Nilsson, Ιστ. Αρχ. Ελλην. Θρησκ., σελ. 40, 43-4, 48 κ. ε., 51., τ. Β΄, σσ. 289-300

94. J.G. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α΄, σελ. 51.

95. M.P. Nilssson, Ιστ. Αρχ. Ελλην. Θρησκ., σελ. 105. Για τον «ιερό γάμο» ως μαγικό δρώμενο βλ. J.G. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α΄, 216 κ. εξ.

97. M. Eliade, Πραγματεία, σσ. 291-4, 299, πβ. J. Frazer, τ. Α΄, σσ. 185-6.

98. Π.β. J. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α΄, σελ. 192

99. Π.β. J. Frazer, Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α΄, σελ. 185 -208 «Λείψανα της λατρείας των δένδρων στη σύγχρονη Ευρώπη» . Πβ. M. Elliade, Πραγματεία, σσ. 279-81, 291-302

100. Ο Χρυσός Κλώνος, τ. Α΄, σελ. 75

101. Ο «ανιμισμός», η απόδοση δηλαδή σε άψυχα και υλικά αντικείμενα οιωνεί ανθρώπινης συνείδησης, συναισθημάτων και ενίοτε υπεράνθρωπων δυνάμεων και θέλησης, υποδηλώνει την ύπαρξη λατρείας, βλ. Lewis R. Farnell, Ο ήρωας στην αρχαία ελληνική θρησκεία, μτφρ. Ελένη Παπαδοπούλου, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 1996, σσ. 119-20, πβ. Σελ. 139. Τίτλος του πρωτότυπου: Heroic Cults in Ancient Greece and The ideas of Immortality, Oxford 1921.

102. Πβ. Hans Lenk, Herculean “Myth” Aspects of Athletics, Journal of the Philosophy of Sport, τ. ΙΙΙ (1976), σελ. 13

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) Αιλιανού, Περί ζώων, Ποικίλη Ιστορία.

(2) Απολλόδωρου, Βιβλιοθήκη

(3) Βιργιλίου, Aeniad

(4) Διόδωρου Σικελιώτη, Βιβλιοθήκης Ιστορικής

(5) ευριπίδου, Ιων, Ιφιγένεια εν Ταύροις

(6) Ηροδότου, Ιστορίαι

(7) Καλλίμαχου, Ύμνος 4

(8) Λουκιανού, Ανάχαρσις ή περί Γυμνασίων.

(9) Νόννου, Διονυσιακών.

(10) Ξενοφώντος, Αγησίλαος.

(11) Οβίδιου, Metamorphoses

(12) Ομηρικοί Ύμνοι 3, Εις Απόλλωνα.

(13) Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησης. Ηλειακά, Φωκικά, Αρκαδικά,

(14) Πινδάρου, Επίνικοι: Ολυμπιονίκες, Πυθιονίκες, Νεμεονίκες, Ισθμιονίκες.

(15) Πλίνιου, Naturalis Historia

(16) Πλουτάρχου, Ηθικά, (βίοι) Θησέας.

(17) Σοφοκλέους, απόσπ. 956.

(18) Στράβωνος, Γεωγραφικά.

(19) Μανόλης Ανδρόνικος: ΔΕΛΦΟΙ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1990.

(20) ΑΙΓΙΟΠΕΛΑΓΙΤΕΣ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ. Aegean Olympic Victors in Antiquity,, (Δίγλωσση) έκδοση του Υπουργείου Αιγαίου, Ministry of the Aegean, κειμ – επιμ. Νίκου Σταμπολίδη-Γιώργου Τασούλα, Text and Editing Nikos sSampolidis-Yorkos Tassoulas, Αθήνα, Athlets 2001

(21) Θεόφιλος Βορέας: ΕΠΙΝΙΚΟΙ, Μπάυρον, εκδ. Γ΄, Αθήνα χχ.

(22) G. von Branchitsch: Die PANATHENAISCHEN PREISAMPHOREN, Βερολίνο 1910.

(23) A. Brelich: «Paides e Parthenoi», Incunabula Graeca 36, Ρώμη 1969, σελ. 397

(24) Oscar Broneer: «The Isthmian Victory Crown», American Journal of Archeology 66, 1962

(25) Horst Buhmann: DIER SIEG IN OLYMPIA UND IN DEN ANDEREN PANHELLENISCHEN SPIELEN, Μόναχο 1972

(26) Walter Burket: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ. ΑΡΧΑΪΚΗ ΚΑΙ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ. μτφ. Νικ. Π. 6. Μπεζαντάκου-Αφροδ. Αβαγιανού, εκδ. Καρδαμίστα, Αθήνα 1993. Τίτλος πτωτοτύπου: GRIECHISCHE RELIGION DER ARCHAISCEN UND KLASSICHEN EPOCHE (15ος τ, της σειράς Die Religionen der Menscheit), Verlag W. Kohlhammer, 1977.

(27) Walter Burket: STRUCTURE AND HISTORY IN GREEK MYTHOLOGY AND RITUAL, Μπέρκλεϋ -Λος Άντζελες-Λονδίνο 1908.

(28) Volker Caysa: SPORTPHILOSOPHIE, Reclam Verlag Leipzig, 1997.

(29) F.M. Corndord: «The Origin of the Olympic Games», in Themis. A Study of the Social Origins of Greek Religion, by J.H. Harrison, Καίμπριτζ 1912. το έργο μεταφράστηκε και στα ελληνικά με τίτλο:Η προέλευση των Ολυμπιακών αγώνων, μτφ. Θεόδ. Σιαφαρίκα, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα  1996

(30) L. Deubner: KULTUR UND SPIEL IN ALTEN OLYMPIA, Leipzig 1936

(31) Ken DowdenQ DEATH AND THE MAIDEN. GIRL΄S INITIATION RITES IN GREEKMYTHOLOGY, Ρούτλετζ, Λονδίνο και Ν.Υόρκη, 1989.

(32) A.B. Drachmann: SCHOLIA VETERA IN PINDARI CARMINA, Λειψλια 1903.

(34) Ελληνική Τέχνη. Αρχαία νομίσματα, επιμ. Μαντώ Οικονομίδου, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1996.

(35) Mircea Eliade: ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ, μτφ. Έλση Τσούτη, εκδ. Ι. Χατζηνικολή, 1981. Τίτλος του πρωτότυπου: TRAITE D’ HISTOIRE DES RELIGIONS, εκδ. Payot, Παρίσι 1964

(36) L.R. Farnell: THE CULTS OF THE GREEK STATES, (5τ.), Οξφόρδη 1907.

(37) L.R. Farnell: CRITICAL COMMENTARY TO THE WORKS OF PINDAR, Adolf M. Hakkert (publisher), Άμστερνταμ 1965 (α΄Λονδίνο 1932).

(38) L.R. Farnell: Ο ΗΡΩΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, μτφρ. Ελένη Παπαδοπούλου, Εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα 1996. Τίτλος του πρωτότυπου: HEROCI CULTS IN ANCIENT GREECE AND THE IDEAS OF IMMORTALITY, Οξφόρδη 1921

(39) J. Ferguson: OLYMPIA AND ANCIENT ATHLETICS, Λονδίνο 1965.

(40) M.I. Finley – H. W. Pleket: THE OLYMPIC GAMES. THE FIRST THOUSAND YEARS, Λονδίνο 1976

(41) J. Fonterose: PYTHON. A STUDY OF DELPHIC MYTH AND ITS ORIGINS, University of California Press, Μπέρκλεϋ, Λος Άντζελες, Λονδίνο 1980

(42) J.G. Frazer: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΛΩΝΟΣ, μτφ. Μπ. Μπικάκη, τ. Α΄, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 1990. Τίτλος του πρωτότυπου: THE GOLDEN BOUGH. A STUDY IN COMPARATIVE RELIGION, τ. 1-12, Λονδίνο 1911-15

(43) E.N. Gardiner: GREEK ATHLETIC SPORTS AND FESTIVALS, Λονδίνο 1910.

(44) Νικ. Γιαλούρης: «Οι Ολυμπιακοί αγώνες: Προέλευση, η ιστορία τους και η επιβίωση τους στη σύγχρονη εποχή», στο: Πρακτικά διεθνούς συνέδριου με θέμα, «Ο θεσμός των Ολυμπιακών αγώνων». Αρχαία Ολυμπία 3·7 Σεπτ, 1991, έκδ. Ελλην. Κέντρου έρευνας αθλητ. δικαίου, Αθήνα 1993.

(45) Κ. Γογγάκη: Ο ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΠΥΘΙΩΝ ΑΓΩΝΩΝ. ΚΑΤΑΓΩΓΗ-ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ, διδακτορική διατριβή (αδημοσίευτη), Αθήνα 1997.

(46) Κ. Γογγάκή: «Το νόημα Της Ολυμπιακής νίκης στην κλασική αρχαιότητα», στο: Πρακτικά 2ου Επιστημονικού Συμπόσιου, με θέμα «Ο Αθλητής στο κατώφλι τον 21ου αιώνα. Αθήνα 2004». Λαμία 4-5 Απρ. 199Η, εκδ. Ναυτικού Ομίλου Λαμίας. 1998.

(47) G. Gebauer (ed.): DIE AKTUALITAT DER SPRTPHILOSOPHIE, THE RELEVAMCE OD THE PHILOSOPHY OF SPORT, Academia Verlag, Sankt Augustin, Γερμανία 1993.

(48) A. Guttmann: FROM RITUAL TO RECORD: THE NATURE OF MODERN SPORTS, Columbia Univerisity Press, Ν. Υόρκη 1978

(49) W.R. Halliday: FOLKLORE STUDIES. ANCIENT AND MODERN, Λονδίνο 1924

(50) W.R. Halliday: THE GREEK QUESTIONS OF PLUTARCH, at the Clarendon Press, Οξφόρδη 1928

(51) J.E. Harrison: «Αρχαίες Ελληνικές Γιορτές», μτφ. Ελένης Παπαδοπούλου, εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα. (Το βιβλίο αυτό αποτελεί απόσπασμα του έργου της συγγραφέας με τίτλο του πρωτοτύπου: PROLEGOMENA. To the Study of Greek Religion, Cambridge at the Univ. Press, 1903

(53) J. Huizinga HOMO LUDENS. VERSUCH EINER BESTIMMUNG DES SPIELELEMENTES IN DER KULTUR, Άμστερνταμ 1939

(54) Π. Λεκατσάς: ΠΙΝΔΑΡΟΣ. Μετάφραση και ερμηνευτικά, εκδ., Δίφρος, Αθήνα, έκδ. Γ’, χχ.

(55) H. Lenk: «Herculian “Myth” Aspects of Athletics», Journal of Philosophy of Sport, τ. III, 1976, σσ. 11 -21

(56) P. Leveque: «Ελληνικοί αγώνες. Ρωμαϊκά αθλήματα και αθλήματα της Κεντρικής Αμερικής: η ιδεολογία της αέναης επιστροφής». Αρχαιολογία. 4, 1982, σσ. 8-15.

(57) H.G. Liddell – R. Scott: A GREEK – ENGLISH LEXICON, At the Clarendon Press, Οξφόρδη 1966 (1843 Α΄).

(58) R.D. Mandell: SPORT. A CULTURAL HISTORY, Columbia University Press, Ν. Υόρκη, 1984

(59) Matin Roland – Henri Metzger: Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, μτφ. Μίνας Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992. Τίτλος Πρωτότυπου: LA RELIGION GRECQUE P.U.F. 1976

(60) A. Mommsen: DELPHIKA. Leipzig 1878.

(61) C. Morgan: ATHLETES AND ORACLES. THE TRANSFORMATION OF OLYMPIA AND DELPHI IN THE EIGHTH CENTURY BC, Cambridge Univeristy Press, Ka;impritz, N. Y;orkh, P;ort Ts;ester, Melbo;yrnh, S;ydne:y 1990.

(62) M.P. Nilsson: GRIECHISCHE FESTE VON RELIGIOSER BEDETUNG, Leipzig 1906.

(63) M.P. Nilsson: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ, μτφ. Αικατ. Παπαθωμοπούλου, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1990 (5η έκδ.), σελ. 44. Τίτλος του πρωτότυπου: A HISTORY OF GREEK RELIGION, Oxford University Press, έκδ. Β΄1949

(64) M.P. Nilsson: Η ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ, μτφ. Ι.Κ. Μαζαράκη Αινιάν, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 985 (Β΄), (1979 Α΄). Τίτλος του πρωτότυπου: THE MYSEANAEAN ORIGIN OF GREEK MYTHOLOGY, Ν. Υόρκη 1938

(65) M.P. Nilsson: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, μτφ. Ι.θ. Κακριδή, σειρά «Η βιβλιοθήκη του Φιλολόγου», Αθήνα 1979. Τίτλος του πρωτότυπου: GREEK POPULAR RELIGION

(66) H.W. Park: ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΤΕΙΑ, μτφ. Ανδρέα Βοσκού, εκδ. Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1979. Τίτλος του πρωτοτύπου: Greek Oracles, Λονδίνο 1967.

(67) A. W. Persson: THE RELIGION OF GRECE IN PREHISTORIC TIMES, Univ. of California Press, Μπέρκελεϋ και Λος Άνζτελες, 1942.

(68) Προκοπίου Νίκη: «Παναθηναϊκοί Αμφορείς», Αρχαιολογία, 4, 1982, σσ. 32-8.

(69) W. J. Raschke (ed): THE ARCHAELOGY OF THE OLYMPICS AND OTHER FESTIVALS IN ANTIQUITY. Edited by.., Η.Π.Α. 1988.

(70) Α. Ρηζ. -Ειρήνη Βαλλέρα Ρίκερσον, A. Reese C.- Irini Vallere Rickerson: ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΑΘΛΗΤΡΙΕΣ. ANCIENT GREEK WOMEN ATHLETES, Ιδεοθέατρον, Ideotheatron, Αθήναι, Athens 2000, Δίγλωσση  (δίγλωσση έκδοση).

(71) D. Sansone: GREEK ATHLETICS AND THE GENESIS OF SPORT, Univ. of California Press, Μπέρκλεϋ, Λος Άνζτελες, Λονδίνο, 1988.

(72) G, Thomson: Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. ΤΟ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΑΙΓΙΑΟ, μτφ. Γιάννη Βιστάκη, (Β’ έκδ.). Κέδρος, Αθήνα 1989. Το έργο πρωτοεκδόθηκε απ’ τους εκδότες Lawrence και Wishart,  Λονδίνο 1949.

(73) U. Wilcken: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, μτφ. Ιω. Τουλουμάκου, εκδ. Παπαζήση. Θ’ έκδ., Αθήνα 1976. Τίτλος του πρωτοτύπου: GRIECHISCHE GESCHICHTE IM RAHMEN DER ALTERTUMSGESCHICHTE, Verlag von R. Oldenburg, Μόναχο 1962 (Α’ 1862).

 

 

ΔΕΝΔΡΟΦΟΡΟΙ

 

Εδώ

 

 

ΟΥΤΟΣ Ο ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΘΛΗΤΗΣ

 

Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ & ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

 

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Β΄, έφιππος φορά τα διακριτικά του τίτλου του και κρατά δόρυ στο χέρι. Δεξιά η Νίκη κινείται για να τον στεφανώσει. Μουσείο Ερμιτάζ, Πετρούπολη (Μ.Α. Χρόνης, «Ολυμπιακοί Αγώνες, 28 Αιώνες, Ιστορία, Αθλητισμός, Πολιτισμός», Αθήνα 2000, σ. 126)(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Corpus, τεύχος 61,  άρθρο Παράλληλοι Κόσμοι «Ούτος ο του Χριστού αθλητής», Μάνος Μικελάκης, Αρχαιολόγος, σελίδα 13 & Πηγή Λεζάντας: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 126)

 

Παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι είναι δύσκολο να αναζητήσουμε στο Βυζάντιο γυμνικούς αγώνες, και μάλιστα επίσημους, και ως εκ τούτου γυμναστήρια και παλαίστρες. Μερικοί ερευνητές θεωρούσαν μάλιστα το 394 μ.Χ έτος κατά το οποίο σταμάτησαν τα Ολύμπια της Ήλιδος, ως χρονικό όριο μετά το οποίο δεν γίνεται λόγος περί γυμνικών αγώνων και γυμναστηρίων στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Κατόπιν της έρευνας των πηγών από τον καθηγητή Φαίδωνα Κουκουλέ αποδείχθηκε ότι έως την εποχή του Ιουστινιανού Α΄ η απήχηση του αρχαίου ελληνικού κόσμου και στο πεδίο του αθλητισμού είναι έντονη, γιατί αναφέρονται σχετικά συχνά οι γυμνικοί αγώνες, οι παλαίστρες και τα γυμνάσια (γυμναστήρια). Αργότερα όμως, από τα μέσα περίπου του 6ου αιώνα, η «αγωνιστική» ναι μεν δεν εκλείπει, αλλά δεν ασκείται πλέον για παιδαγωγικούς σκοπούς, παρά μόνο για την επίδειξη της επαγγελματικής ικανότητας των αγωνιστών. Κύριος λόγος αυτής της εξέλιξης θεωρείται η αντίδραση της Εκκλησίας και των πιστών σε όσα συνέβαιναν στα γυμναστήρια και τις παλαίστρες.  Οι αθλητές εμφανίζονταν γυμνοί, με αποτέλεσμα ο αγώνας «άπερ κρύπτειν η φύσις προσέταξί ταύτα τοις άπαντες όμμασιν αναιδώς θεατρίζει» Επιπλέον, η πυγμαχία και η πάλη θεωρούντο απόβλητα αγωνίσματα, γιατί με τα χτυπήματα αλλοίωναν την ανθρώπινη μορφή που ήταν εικόνα του Θεού. Αυτή η άποψη δεν εμπόδιζε βέβαια την ύπαρξη της αντιφατικής χριστιανικής αντίληψης ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, γι’ αυτό η παραμέληση του θα οδηγούσε στην ευκολότερη απαλλαγή των δεσμών της. Αλλά ο βασικότερος λόγος για μία τέτοια εχθρική στάση των χριστιανών απέναντι στους γυμνικούς αγώνες ήταν η σύνδεση των τελευταίων με τον βίο των εθνικών και τον θρησκευτικό τους χαρακτήρα, έτσι ώστε ο Βασίλειος Σελευκείας, μιλώντας για τα Ολύμπια που διεξάγονταν επίσημα στην Αντιόχεια από ίο 181 έως την κατάργηση τους από τον Ιουστίνο στα 521, να τα χαρακτηρίζει μεταξύ άλλων ως «Ελλήνων θρησκείαν δια μιμήσεως προς την ειδωλικήν ασέβειαν άγοντα». Βέβαια δεν λείπει και η άποψη τουΜεγάλου Βασιλείου, ενός από τους πεφωτισμένους χριστιανούς ιεράρχες που είχαν γευτεί τα αγαθά της ελληνικής παιδείας, ο οποίος θεωρούσε ότι η άθληση μπορεί να οδηγήσει στον κατευνασμό του πλεονάζοντος «πυρός, ύδατος και αέρος» που διαθέτει μέσα του ο άνθρωπος, και κατά συνεπεία φανέρωνε ανεπιφύλακτα τη λύπη του για το κλείσιμο των γυμναστηρίων.

Στο Βυζάντιο οι δημόσιοι αγώνες αφορούσαν μόνο στους ελεύθερους υπηκόους της αυτοκρατορίας, κυρίως τους ευγενείς, αφού δεν διεξάγονταν ποτέ διεθνείς αγώνες. Η συμμετοχή των δούλων απαγορευόταν, όπως στην αρχαιότητα, μπορούσαν όμως να λαμβάνουν μέρος στους ιδιωτικούς. Για τον λόγο αυτό στα Ολύμπια ο «κήρυκας» κρατώντας τον δούλο από το κεφάλι τον περιέφερε εντός του σταδίου και ζητούσε από τους θεατές πληροφορίες σχετικά με την κοινωνική του θέση. Επεδίωκε επίσης να μάθει το κατά πόσο είχε διαπράξει κάποιο σοβαρό αδίκημα, όπως κλοπή, οπότε και θα τον απέκλειε από τους αγώνες. Στους πρώιμους αιώνες της ιστορίας του Βυζαντίου δεν αποκλειόταν και η συμμετοχή των γυναικών (στα Ολύμπια της Αντιόχειαςδιεξάγονταν η πάλη και ο δρόμος των παρθένων). Οι αθλητές, σε αντίθεση με τους μονομάχους, τους «θηριομαχούντες» ή κυνηγούς, αλλά και τους ηθοποιούς ή τους μίμους, δεν θεωρούντο άτιμοι, διότι δεν αγωνίζονταν για οικονομικά οφέλη, αλλά για την επίδειξη της ανδρείας τους. Η ζωή και η εκπαίδευση τους ήταν αρκετά σκληρή. Έπρεπε να τηρούν κατά γράμμα τις οδηγίες του προπονητή (του παιδοτρίβη), να ακολουθούν ειδική δίαιτα χωρίς πολλά φαγητά, γλυκίσματα και κρασί, να έχουν σώφρονα συμπεριφορά, να προπονούνται σκληρά και να απέχουν από κάθε σεξουαλική δραστηριότητα. Το βασικότερο όμως ήταν να γνωρίζουν άριστα τον «εναγώνιον νόμον», τους κανόνες δηλαδή διεξαγωγής του αθλήματος τους. Για την έγκριση συμμετοχής τους περνούσαν από δύο δοκιμασίες: αρχικά ένας ειδικός εξέταζε τον τύπο του σώματος και τις ικανότητες του ενδιαφερόμενου, ενώ κατόπιν, την ημέρα της διεξαγωγής των δημόσιων αγώνων, λάμβαναν χώρα προκριματικοί αγώνες που καθόριζαν τους τελικούς συμμετέχοντες.

Οι αγώνες για τους φιλοθεάμονες βυζαντινούς πραγματοποιούντο στο στάδιο (ή σκάμμα) και η διάρκεια τους στην πορεία της βυζαντινής ιστορίας διαφοροποιείται για τα ποικίλα αγωνίσματα. Ο νόμος αναγνώριζε πέντε βασικά αθλήματα: το λεγόμενο πένταθλον (1), που περιλάμβανε πάλη, πυγμαχία, άλμα, δρόμο και δίσκο, και τέσσερα ελεύθερα: ακόντιο, τόξο, άρση βαρών, σφαίρα. Αυτός ο διαχωρισμός καθόριζε μάλιστα και το είδος τιμωρίας σε περίπτωση τραυματισμού του αντιπάλου ή ακόμα και θανάτου. Στα αναγνωρισμένα, όταν μάλιστα συνέβαιναν και δημόσια, η τιμωρία ήταν σαφώς πιο επιεικής από αυτά που συνέβαιναν σε ιδιωτικό χώρο και ήταν και ελεύθερα.

Κατά την Τουρκοκρατία οι λαϊκοί αθλητικοί αγώνες συσχετίζονταν με τη σωματική ρώμη που ασκούσαν οι κλέφτες και οι αρματολοί για την αποτίναξη του ζυγού. Οι άθλοι τους περιγράφονται εκτενώς στα δημοτικά τραγούδια.

 

 

Τα αναγνωρισμένα ή δημόσια αθλήματα

 

Το αγώνισμα της πάλης ή παλαίστρας αναφέρεται συχνά στις πηγές και φαίνεται ότι πραγματοποιείτο ως το τέλος της βυζαντινής εποχής. Σε αυτό συμμετείχαν γυμνοί παλαιστές, γνωστοί και με τις ονομασίες παλαίστριτοι ή λουκτάτωρες, οι οποίοι μάλιστα χαρακτηρίζονταν από τους βυζαντινούς ως «αθλητές», σε αντιδιαστολή προς τους δρομείς και τους παγκρατιαστές. Οι παλαιστές φορούσαν μόνο ένα ρούχο στη μέση (περίζωμα), ήταν αλειμμένοι με λάδι και κουρεμένοι. Κατά τη διάρκεια του αγώνα έριχναν σκόνη στο σώμα του αντιπάλου, προκειμένου να μειώνουν την δυσκολία που προκαλούσε το λάδι ως προς τις λαβές. Νικούσε όποιος ξάπλωνε τον αντίπαλο τρεις φορές. Ο χώρος της πάλης ήταν περιφραγμένος με πασσάλους και σχοινιά, προκειμένου να εμποδίζεται η επέμβαση των θεατών. Αν κατά τη διεξαγωγή του αγώνα κάποιος από τους παλαιστές ωθείτο έξω από τον αγωνιστικό χώρο, επέστρεφε πίσω και λάμβανε τη στάση εκείνη που είχε πριν από την εκβολή. Οι βυζαντινοί διέθεταν διάφορα είδη πάλης ή μάλλον διάφορες λαβές, όπως την «ορθή», κατά την οποία οι αντίπαλοι αρπάζονταν από τους αυχένες, τα χέρια και τα πλευρά του σώματος, και την «εξώκαρπο» πάλη, στην οποία πιάνονταν από τους καρπούς. Τόσο στον Ιππόδρομο, όσο και κατά τη διάρκεια γαμήλιων εορτασμών πραγματοποιείτο συχνά και ψευδής πάλη, με σκοπό να ψυχαγωγηθούν απλά και μόνο οι θεατές.

Στην πυγμαχία («πυκτεύειν») οι αγωνιζόμενοι φορούσαν ιμάτιο βρεγμένο με λάδι και γύρω από τα δάκτυλα ιμάντες, οι οποίοι αργότερα (ήδη στον 12ο αι.) καταργήθηκαν, γιατί προξενούσαν θανατηφόρα τραύματα. Ικανός πυγμάχος θεωρείτο εκείνος που μπορούσε να κρατάει το σώμα του σε όρθια στάση, που δεν έπληττε τον αντίπαλο με μεγάλη ορμή (γεγονός που προκαλεί γρήγορη κόπωση), που απέφευγε τα κτυπήματα προτείνοντας τα χέρια και κατάφερνε να ρίχνει τις περισ σότερες γροθιές. Από τις πηγές γνωρίζουμε ότι οι πυγμάχοι όχι μόνο τραυματίζονταν στο σώμα ή το κεφάλι, αλλά ενίοτε έχαναν τις αισθήσεις τους ή ακόμη αποκεφαλίζονταν από τον αντίπαλο τους. Σε περίπτωση θανάτωσης του αντιπάλου ο αγωνιστής θεωρείτο ακούσιος δολοφόνος, αφού δεν αγωνιζόταν για να προκαλέσει τον θάνατο, αλλά για τη νίκη.

Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες των πηγών για τον τρόπο διεξαγωγής κατά τη βυζαντινή εποχή του άλματος, του γνωστού αυτού γυμνικού αγωνίσματος της αρχαιότητας. Γνωρίζουμε ότι μέχρι τουλάχιστον την εποχή του Ιωάννη του Χρυσοστόμου υπήρχε το σκάμμα, ο σκαμμένος δηλαδή χώρος εντός του οποίου έπεφταν οι αθλητές. Οι τελευταίοι πηδούσαν από τον βατήρα, έχοντας ενωμένα τα πόδια τους. Αναφέρεται επίσης ότι οι αγωνιζόμενοι πραγματοποιούσαν το άλμα με τη βοήθεια αλτήρων ή λίθων, τους οποίους κρατούσαν με τα δύο τους χέρια. Αγνοούμε ωστόσο αν το άλμα ήταν απλό ή τριπλό και μόνο εις μήκος ή ύψος

 

Αριστερά: Αναπαράσταση του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης. Το συνολικό σχήμα και διάγραμμα του Ιπποδρόμου ακολουθούσε τον ρωμαϊκό τύπο του Circus Maximus της Ρώμης. (Σχέδιο Giorgio Albertini, Archeo 1999) 1 = Η Σπίνα. Επρόκειτο για στενό και μακρύ κρηπίδωμα, το οποίο διαιρούσε την κονίστρα σε δύο «δρόμους» για τα άρματα 2 = Τα τέσσερα επίχρυσα χάλκινα άλογα του Λυσίππου (σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου στην Βενετία) 3 = Σειρά από θολωτά διαμερίσματα με διαχωριστικά κιγκλιδώματα όπου περίμεναν τα άρματα που επρόκειτο να αγωνιστούν. 4 =  Τα αυτοκρατορικά θεωρεία, «το κάθισμα», που στηριζόνταν σε 24 κίονες. Στο θεωρείο αυτό υπήρχε αίθουσα δεξιώσεων και τρικλίνιο για παράθεση φαγητού(Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 128)

Δεξιά: Τα χάλκινα άλογα που αφαιρέθηκαν από τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης κατά την λεηλασία του 1204 και τοποθετήθηκαν μπροστά από την Εκκλησία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Η Σύνοδος της Λυών, μια αποτυχημένη απόπειρα ένωσης των Εκκλησιών», Δήμητρα Πλακάλη, M. Ed. Ιστορίας, σελίδα 37)

 

Αριστερά: Τα αυτοκρατορικά θεωρεία, «το κάθισμα», που στηριζόνταν σε 24 κίονες. Στο θεωρείο αυτό υπήρχε αίθουσα δεξιώσεων και τρικλίνιο για παράθεη φαγητού. (Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 128)

Δεξιά: Άρμα και ηνίοχος του δήμου των Πρασίνων  (Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 128)

 

Ο δρόμος υπήρξε ένα από τα πιο δημοφιλή αθλήματα της αρχαιότητας, το οποίο αναφέρεται σχετικά συχνά στις πηγές της βυζαντινής εποχής. Η ενασχόληση με αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την υγεία. Η έναρξη του αγώνα γινόταν με σάλπισμα. Οι δρομείς (ή σταδιοδρόμοι) έπρεπε να προβάλλουν το σώμα τους προς τα εμπρός, να κινούν τα χέρια κρατώντας ψηλά το κεφάλι και το βλέμμα, και να εντείνουν την προσπάθεια τους προς το τέλος της διαδρομής. Εκείνος που προπορευόταν ονομαζόταν πρόδρομος, για τον αθλητή δε που έφθανε στο τέρμα με δυσκολία χρησιμοποιούσαν το ρήμα «δυστερματώ». Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το πιο δημοφιλές άθλημα μετά την πάλη και τη λιθοβολία. Σε σχέση με τον δρόμο θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά και στο «βοτόν πεζοδρόμιον». Οι Ρωμαίοι στις τρεις Ιανουαρίου κάθε έτους τελούσαν την εορτή βότα ή βοτά (vota), κατά την οποία οι υπήκοοι εύχονταν για την υγεία και την ευημερία του αυτοκράτορα. Η βότα τελείτο επίσης επ’ ευκαιρία θριαμβευτικής νίκης. Η ρωμαϊκή αυτή παράδοση κληροδοτήθηκε στα βυζαντινά χρόνια και στη συγκεκριμένη μέρα πραγματοποιείτο το «βοτόν πεζοδρόμιον», αγώνας δρόμου από πεζούς, στον οποίο αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος στην Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως (2). Οι δρομείς των δήμων της Κωνσταντινούπολη εκλέγονταν κατόπιν προκριματικού αγώνα και οι θέσεις των αθλητών καθορίζονταν κατόπιν κλήρωσης στην κυλίστρα ή όρνα, μια κληρωτίδα με σφαιρίδια που βρισκόταν εντός του σταδίου-ιπποδρόμου. Ο αγώνας επαναλαμβανόταν τέσσερις φορές και στην κάθε μία από αυτές οι αγωνιστές όφειλαν πιθανόν να διανίσουν δώδεκα φορές το στάδιο, όπως ήταν κι ο κανονισμός για τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι θεατές και οι υπάλληλοι του σταδίου δεν έπρεπε να προβάλλουν κανένα εμπόδιο στους δρομείς, αλλά να φροντίζουν για την αυστηρή τήρηση  των κανονισμών και τη δίκαιη διεξαγωγή του. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο για τις δωροδοκίες των μαγγαναρίων, των υπαλλήλων δηλαδή που άνοιγαν τις θύρες πίσω από τις οποίες ήταν έτοιμοι προς εκκίνηση οι δρομείς. Υπήρχαν επίσης οι κούρσωρες και οι δεκανοί, φρουροί οι οποίοι πρόσεχαν να μη μπαίνουν οι θεατές στον στίβο για να εμποδίσουν τους αντίπαλους δρομείς, αλλά και για την τήρηση της τάξης μετά τη λήξη του αγώνα. Ο νικητής, ο οποίος λάμβανε από τον αυτοκράτορα χρηματικό έπαθλο τριών χρυσών νομισμάτων, ονομαζόταν «συμπερέστης» και ο αμέσως επόμενος «δεύτερος».

 

Ψηφιδωτά με παραστάσεις ηνιόχων των τεσσάρων δήμων της Ρώμης, των Πρασίνων, των Ρούσιων, των Λευκών και των Βενέτων. 3ος αιώνας μ.Χ. (Ρώμη, Museo Nazionale Romano)  (Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 129)

 

Ο δίσκος αναφέρεται εξαιρετικά σπάνια από της πηγές της εποχής που εξετάζουμε, μάλλον επειδή εμπεριέχεται στον όρο του πεντάθλου. Σημαντική είναι η σχετικά πρώιμη πληροφορία ότι ο ριπτόμενος δίσκος ήταν χάλκινος και ότι το συγκεκριμένο άθλημα αποτελούσε μέρος της γυμναστικής εκπαίδευσης της εποχής. Κατά την Τουρκοκρατία ο δίσκος αντικαταστάθηκε από το «λιθάρι», αγώνισμα ρίψης ακανόνιστης πέτρας.

 

 

Τα ελεύθερα και τα υπόλοιπα γνωστά αγωνίσματα

 

Αναφέρθηκε ήδη ότι εκτός από τα επίσημα αγωνίσματα υπήρχαν και τέσσερα ελεύθερα. Από αυτά ο ακοντισμός και η τοξεία (τοξοβολή) ήταν όχι μόνο προσφιλή, αλλά ωφέλιμα και αναγκαία, αφού οι νέοι που ασχολούντο με αυτά μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις τεχνικές τους στις μάχες και στο κυνήγι. Στις βυζαντινές πηγές γίνονται περιορισμένες και έμμεσες αναφορές για τα συγκεκριμένα αθλήματα. Ιδιαίτερα δημοφιλή ήταν επίσης τα δύο άλλα ελεύθερα αγωνίσματα, η άρση βαρών και τα παιχνίδια γυμναστικής με τη σφαίρα (σφαιροβολία). Η σφαίρα χρησιμοποιείτο και για το τζυκάνιον (σφαιρισμό), η ονομασία του οποίου είναι περσικής προέλευσης. Το παιχνίδι, που ταυτίζεται με το σημερινό πόλο, εισήχθη πιθανόν στο Βυζάντιο από την περσική αυλή, μάλλον κατά την εποχή του Θεοδοσίου Β΄, ο οποίος ίδρυσε μάλιστα στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης ειδικό στάδιο, το λεγόμενο τζ(ο)υκανιστήριον ή σφαιροδρόμιον. Το τζυκάνιο απαιτούσε ευρύ χώρο, μεγάλη ευκαμψία και ελιγμούς από τους αγωνιστές και ειδικά γυμνασμένα άλογα. Από τα κείμενα κατανοούμε ότι επρόκειτο για άθλημα που απευθυνόταν στους βασιλείς και τους ευγενείς της εποχής. Δεν γνωρίζουμε αν η δια ράβδων συμβολή των βυζαντινών, δηλαδή η ραβδομαχία, αποτελεί τη συνέχεια των ασκήσεων των  αρχαίων εφήβων με απλές ράβδους. Ταυτίζεται πάντως με το «τζιρίτιν» της τουρκοκρατίας, το οποίο τελείται στην Κύπρο ακόμη και σήμερα. Κλοτσάτα ονομάζονταν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους οι κλοτσιές και παίζονταν από δύο άτομα, το καθένα από τα οποία, καθώς στεκόταν αντικριστά και σε ορισμένη απόσταση, προσπαθούσε υπό τους ήχους μουσικών οργάνων και με ρυθμικές κινήσεις είτε να κτυπήσει τον αντίπαλο στο πρόσωπο, είτε να τον κλωτσήσει. Ενδιαφέροντα είναι δύο ακόμη αγωνίσματα με ξενική ονομασία, τα οποία συνηθίζονταν στους αριστοκρατικού κύκλου τις Φραγκοκρατίας και τα οποία εισήχθησαν προφανώς από τους Φράγκους: η τζόστρα (γιόστρα, τζούστρα, τζουστρία, ή ελληνιστί ασίδηρος διαδορατισμός), δηλαδή η μονομαχία δύο οπλισμένων έφιππων ανδρών, και ο τορνεμές (τορνεμέντον, ή ελληνιστί ξυλοκονταρία ή κονταροκτύπημα), που ήταν η συμπλοκή δύο αντιμέτωπων έφιππων ομάδων).

 

Παράσταση με ελεφαντόδοντο του Μεγάλου Ιπποδρόμου της Κωνσατντινούπολης. Στο κέντρο υψώνεται ο οβελίσκος του Θεοδοσίου. (Μ.Α. Χρόνης, «Ολυμπιακοί Αγώνες, 28 Αιώνες, Ιστορία, Αθλητισμός, Πολιτισμός», Αθήνα 2000, σ. 127) (Πηγή Φώτο: Περιοδικό Corpus, τεύχος 61,  άρθρο Παράλληλοι Κόσμοι «Ούτος ο του Χριστού αθλητής», Μάνος Μικελάκης, Αρχαιολόγος, σελίδα 13 & Πηγή Λεζάντας: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σελίδα 130)

 

Στην περίοδο ανάμεσα στην εδραίωση της θρησκευτικής ειρήνης και το τέλος του 6ου αιώνα οι αρχαίες πόλεις έχασαν μεγάλο μέρος της μεγαλοπρέπειας και του πλούτου τους, καθώς εγκαταλείφθηκαν πολλά θέατρα, γυμναστήρια, παλαίστρες και άλλα δημόσια ιδρύματα και μέγαρα, αφού η χριστιανική Εκκλησία, έχοντας τη συμπαράσταση και την προστασία του αυτοκράτορα, ήταν η μόνη που διεκπεραίωνε την κατασκευή δημόσιων έργων. Όπως ήταν φυσικό η Εκκλησία ενδιαφέρθηκε κυρίως για την ίδρυση ναών και άλλων οικοδομημάτων που εξυπηρετούσαν τη χριστιανική λατρεία και ιεραρχία. Κατά τους σκοτεινούς αιώνες μόνο σε ορισμένα μητροπολιτικά κέντρα εξακολουθούν να φυτοζωούν τα κοινωνικά κέντρα της Ύστερης Αρχαιότητας. Γενικά οι αθλητικές εγκαταστάσεις, όπως το σύνολο των δημοσίων κτηρίων του παρελθόντος, εγκαταλείπονται καθώς έχει αλλάξει «εκ βάθρων» η κοινωνική ζωή των πόλεων. Έτσι οι πηγές, αρχαιολογικές και ιστορικές, για τους αθλητικούς χώρους είναι ιδιαίτερα περιορισμένες και αφορούν κυρίως στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης.

 

 

Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης

 

Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης ιδρύθηκε στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο. Η εγκατάσταση συμπληρώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και διακοσμήθηκε με περίφημα έργα τέχνης (όπως η Λύκαινα του Ρωμύλου, το κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή του Λυσίππου, τα επίχρυσα άλογα του ιδίου που διακοσμούν σήμερα τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας και ένας χάλκινος αετός του Απολλώνιου του Τυανέως) τόσο από αυτόν, όσο και από μεταγενέστερους αυτοκράτορες. Η τοποθεσία του Ιπποδρόμου, στο νοτιοδυτικό άκρο του ευρύτερου περιβόλου του Μεγάλου Παλατιού προς την πλευρά της θάλασσας, είναι σήμερα ακριβέστατα γνωστή όχι μόνο λόγω των ερειπίων του, αλλά κυρίως από τρία σημαντικότατα μνημεία: τον οβελίσκο του Θεοδοσίου Α΄, ο οποίος δέσποζε στο κέντρο του μεγάλου άξονα του «Ιππικού», τη στήλη των Όφεων, που μεταφέρθηκε εκεί από τους Δελφούς, και τον κτιστό οβελίσκο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, γνωστού και ως Χάλκινη Στήλη, διότι πιστεύεται ότι κάποτε έφερε επένδυση επιχρυσωμένων χάλκινων πλακών.

 

Άνω Αριστερά: Ο Ζεύσιππος με θεά τον Ιππόδρομο. Άνω Δεξιά: Ο Ιππόδρομος. Κάτω Αριστερά: Το μεγάλο Παλάτι. Κάτω Δεξιά: Ο Ζεύσιππος δίπλα από τον Ιππόδρομο (Πηγή: http://www.byzantium1200.org)

Ο Ιππόδρομος στο σύνολο του είχε τη μορφή του ρωμαϊκού ιπποδρόμουσίρκους (circus maximus). Επρόκειτο για ένα οικοδόμημα με επίμηκες σχήμα και ημικυκλική απόληξη στα νότια, τη σφενδόνη, το μήκος του οποίου υπολογίζεται μεταξύ 370-480 μ. και το πλάτος στα 117,5-123,50 μ. Στα βόρεια βρισκόταν η είσοδος και οι Carceres (κάρκερες), δηλαδή το σημείο εκκίνησης των αρματοδρομιών, το οποίο ονομαζόταν μάγγανα και κάγκελα, γιατί οι πόρτες από τις οποίες εξέρχονταν τα άλογα ήταν καγκελωτές. Η μάγγανα είχε ελαφρά καμπύλο σχήμα και αποτελείτο από δώδεκα θολωτά διαμερίσματα με ισάριθμες πόρτες, τα οποία πλαισίωναν μια μεγάλη κεντρική είσοδο. Στο βόρειο αυτό τμήμα του σταδίου υπήρχαν χώροι ποικίλης χρήσης, όπως βεστιάριο, προσευχητάριο της Παναγίας, χώρος για την κλήρωση των αρμάτων και πιθανώς μία εξέδρα για τους διοργανωτές των αγώνων. Το πέλμα, ο κεντρικός χώρος του Ιπποδρόμου, διαιρείτο σε δύο μέρη, τους δίαυλους, μέσω ενός στενόμακρου και λοξά τοποθετημένου χαμηλού κρηπιδώματος, της λεγόμενης σπίνας. Ο τοίχος της σπίνας περιέκλειε νερό σε διάφορα επίπεδα και οι μακρές πλευρές της ήταν εξωραϊσμένες με πλήθος αγαλμάτων, που της προσέδιδαν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα. Στα δυο άκρα της είχε τους καμπτούς (καμπτήρες), τα όρια δηλαδή γύρω από τα οποία έστριβαν τα άρματα. Τα όρια αυτά είχαν την μορφή κυλινδρικών ή ημικυλινδρικών βάσεων, που έφεραν πέτρινους ή χάλκινους οβελίσκους με τα ονόματα των σπουδαιότερων δήμων της πόλης. Οι καμπτήρες των Βενετών βρίσκονταν από την πλευρά του αυτοκρατορικού θεωρείου και αυτοί των Πρασίνων προς τη σφενδόνη. Σημαντικό στοιχείο της σπίνας είναι τα δύο τετρακιόνια, που είχαν επάνω τους το ένα επτά αυγά, για το μέτρημα των ισάριθμων υποχρεωτικών γύρων που έπρεπε να κάνουν τα άρματα, και το άλλο επτά δελφίνια. Τα βάθρα, δηλαδή τα καθίσματα των θεατών βρίσκονταν στη σφενδόνη και στις μακρές πλευρές και στηρίζονταν πάνω σε κολόνες με μία κλίση 26 μοιρών. Ήταν αμφιθεατρικά διατεταγμένα και οι σειρές τους έφθαναν περίπου τις σαράντα. Την κυκλοφορία του πλήθους διευκόλυναν τα πλατιά διαζώματα και οι κάθετοι διάδρομοι, φραγμένοι με κάγκελα στο κάτω τμήμα τους ώστε να εμποδίζεται η πρόσβαση προς την κονίστρα. Οι ευγενείς κάθονταν σε σκαμνιά. Οπως και οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν μαξιλάρια από άχυρα ή φύλλα καλαμιάς, για την τοποθέτηση των οποίων φρόντιζε ειδικός υπάλληλος, ο μαξιλάριος. Στην ανώτερη απόληξη των πλευρών του σταδίου υπήρχαν περιμετρικά οι περίπατοι, μακριές διώροφες στοές, όπου περιφέρονταν οι επισκέπτες θαυμάζοντας την εξαιρετική πανοραμική θέα. Οι κίονες των στοών διέθεταν κρίκους, από τους οποίους κρέμονταν μεγάλα πορφυρά και μεταξωτά παραπετάσματα, τα βήλα, τα οποία προφύλασσαν από τον ήλιο. Κάτω από τα εδώλια (βάθρα) υπήρχαν δωμάτια που χρησίμευαν ως βοηθητικοί χώροι. Πιθανόν στο μέσο της ανατολικής πλευράς των βάθρων βρισκόταν το βασιλικό θεωρείο, το ονομαζόμενο κάθισμα, μία πολυώροφη κατασκευή που επικοινωνούσε με το παλάτι. Στο θεωρείο αυτό υπήρχε και αίθουσα δεξιώσεων, όπου ο αυτοκράτορας κατά τις ημέρες των αγώνων δεχόταν τους άρχοντες, καθώς και τρικλίνιο για παράθεση φαγητού. Ο Ιππόδρομος, το Ιππικό όπως το αποκαλούσαν οι υπήκοοι της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποτελούσε το κέντρο του πολιτικού και κοινωνικού βίου. Εκεί αναγορεύονταν οι αυτοκράτορες, γίνονταν οι υποδοχές των επισήμων, οι πανηγυρισμοί για τις στρατιωτικές νίκες, οι επευφημίες ή οι αποδοκιμασίες των ηγεμόνων, οι εκτελέσεις των θανατικών ποινών, αλλά και οι αρχές των εξεγέρσεων. Όμως, η κατεξοχήν λειτουργία του χώρου ήταν οι αρματοδρομίες, που πραγματοποιούντο σε τακτές ημερομηνίες ή με την ευκαιρία ευχάριστων γεγονότων και αποσκοπούσαν στη διασκέδαση του πλήθους. Εκτός από τις ιπποδρομίες, διεξάγονταν επίσης διάφορα θεάματα, κυρίως αναπαραστάσεις κυνηγιού με άγρια ζώα, ακροβασίες, σχοινοβασίες, παραστάσεις μίμων, αλλά και τα προαναφερθέντα αγωνίσματα, τα οποία ως επί το πλείστον ακολουθούσαν την ελληνορωμαϊκή αθλητική παράδοση.

Είναι ανάγκη να αναφερθεί και η συμβολική διάσταση του Ιπποδρόμου, οι ρίζες της οποίας ανάγονται στην εποχή της ίδρυσης του. Οι ρωμαϊκός Ιππόδρομος οικοδομήθηκε στην κοιλάδα Μούρτσια, έναν χώρο που από τα χρόνια των Ετρούσκων συνδεόταν με τις αγροτικές λατρείες: με τη θεά της βλάστησης και του καρπού, την Ceres, η οποία λατρευόταν προς το τμήμα του σταδίου με τις Carceres, και με τον Consus, χθόνιο θεό που αντιστοιχούσε στο θάψιμο του σπόρου και η λατρεία του τελείτο στη σφενδόνη. Οι θεότητες αυτές αντιστοιχούν εμφανέστατα στην ελληνική δυάδα Δήμητρα (ζωή) –Περσεφόνη (θάνατος), έτσι ώστε όταν τα άρματα έτρεχαν στον στίβο να συμβολίζουν το πέρασμα από τη σπορά – θάνατο στη βλάστηση – ζωή. Ο δυαδικός αυτός συμβολισμός ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι προστάτες των αρματοδρομιών ήταν οι Διόσκουροι, οι δίδυμοι αδερφοί Κάστορας και Πολυδεύκης, και από την ιστορία του Ρώμου και του Ρωμύλου, καθώς ο πρώτος, προκειμένου να κατευνάσει τον λαό που αντιδρούσε για τη δολοφονία του αδερφού του, ίδρυσε τον Ιππόδρομο και θεσμοθέτησε τους αγώνες, με αποτέλεσμα να διασπάσει το πλήθος σε αντίπαλες ομάδες. Το ιδεολογικό αυτό εποικοδόμημα μεταφέρθηκε από τη Ρώμη στη νέα πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, όπου σύμφωνα με την παράδοση η έκταση πάνω στην οποία ιδρύθηκε το στάδιο ανήκε επίσης σε δύο αδέλφια. Αδέλφια ήταν και οι δύο πρώτοι αρχηγοί των Πράσινων και των Βένετων, των ισχυρότερων δήμων της πόλης. Ποικίλους χρονικούς και τοπικούς συμβολισμούς διαπιστώνει κανείς και στα επιμέρους στοιχεία του σταδίου, το οποίο αποκτά έτσι την έννοια του συνολικού κόσμου. Για παράδειγμα, οι δώδεκα πόρτες, οι Carceres, αντιστοιχούν στα δώδεκα ζώδια και τους ισάριθμους μήνες, οι επτά γύροι της κάθε κούρσας στις ημέρες της εβδομάδας, οι τέσσερις δήμοι της πόλης και τα χρώματα τους στις εποχές του έτους, κοκ. Το πέλμα συμβολίζει τη γη και το νερό της σπίνας τη θάλασσα. Τέλος, ο οβελίσκος ενώνει τα τρία επίπεδα του κόσμου, τον κάτω κόσμο, τη γη και τον ουρανό. Δεν απουσιάζει βέβαια και ο πολιτικός συμβολισμός: η νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο υπονοεί την ανανέωση της αυτοκρατορίας, υπεύθυνος για την οποία είναι ο αυτοκράτορας, που δεσπόζει στο επιβλητικό «κάθισμα» του Ιπποδρόμου.

 

Σημειώσεις

1. Σε σχέση με το πένταθλο της αρχαιότητας διαφοροποιείται λόγω της αντικατάστασης του ακοντίου από την πυγμή.

2. «Βοτόν πεζοδρόμων» πραγματοποιείτο επίσης στις 22 Ιουλίου κατόπιν εντολής του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού.

 

Βιβλιογραφία

1. Dagron, G. (1974) Naissance d’ une capitale: Con-stantinople et ses institutions de 330 a 451, P.U.F., Paris

2. Eliade, M. (1969), Le Mythe de l’ eternel retour, Gallimard, coll. Idees, Paris

3. Grabar, A.. (1971), L’ empereur dans l’ byzantin, Variorum Reprints, London

4. Janin, R. (1964) Constantinople byzantine, Institut Francais d’ Etudes Byzantines, Paris

5. Κουκούλες, Φ. (1949), Βυζαντινών βίος και πολι- τισμός, τ. Γ’, Αθήνα.

6. Ιωαννίδης Α., Ο Βυζαντινός ιππόδρομος στην Κωνσταντινούπολη, Αρχαιολογία 4, 39-47.

7. Δημητριάδης, Μ.-Γ., Βυζάντιο, Κωνσταντινούπολη, Ισταμπούλ, Corpus 34 (Ιανουάριος 2002), 26-43.

8. Μικελάκης, Μ., «Ούτος ο του Χριστού αθλητής»: Μορφές άθλησης στο Βυζάντιο και την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Corpus 61 (Ιούνιος 2002), 13.

 

 

Πηγή: Τα στάδια στην αρχαία Ελλάδα και οι σύγχρονες αναβιώσεις των αρχαίων αγώνων, Ο αθλητισμός και οι αθλητικές εγκαταστάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Βασίλειος Σιαμέτης, Αρχαιολόγος – Ξεναγός, έκδοση του περιοδικού Corpus, εκδόσεις Περισκόπιο, σσ. 126 – 131

 

 

ΟΥΤΟΣ Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Β΄

Μορφές άθλησης στο Βυζάντιο και την περίοδο της Τουρκοκρατίας

 

Πηγή Φώτο: Περιοδικό Corpus, τεύχος 61,  άρθρο Παράλληλοι Κόσμοι «Ούτος ο του Χριστού αθλητής», Μάνος Μικελάκης, Αρχαιολόγος, σελίδα 13

 

Η κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 394 μ.Χ. αποτέλεσε μια συμβολική πράξη αποδοκιμασίας του θρησκευτικού χαρα­κτήρα των γυμνικών αγώνων, αλλά και του αξιακού τους συ­στήματος για τη σωματική ρώμη. Η νέα θρησκεία προέβαλε τον πνευματικό και ηθικό αγώνα για την κατάκτηση της αρετής. «Ημείς ουν αγωνισώμεθα ίνα πάντες στεφανωθώμεν», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κλήμης ο Ρώμης στην επιστολή του προς Κορινθίους. Όπως σημειώνει, ω­στόσο, ο ιστορικός Σ. Γιάτσης καμία από τις απαγορευτικές διατάξεις σχετικά με τα αθλήματα που εξέδωσε από το 325 μ.Χ. και εξής ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν αφορούσε ιπποδρομίες ή γυμνικούς αγώνες, αλλά μό­νο τα αιματηρά θεάματα της ρωμαϊκής αρένας. Έτσι, παρά τη διαφορετι­κή επικρατούσα αντίληψη, στους Κανόνες των Συνόδων της Εκκλησίας που αφορούν το θέμα της άθλησης -όπως ο 52ος της Συμπληρωματικής Συνόδου του 691/2 της ΣΤ΄ εν Τρούλω- καταγράφεται ότι η Εκκλησία ε­ξαιρεί από την κατάργηση τα αθλήματα που διεξάγονται «χάριν της αρετής». Ανατρέχοντας στα πατερικά κείμενα των Ι. ΧρυσοστόμουΙ. ΘεολόγουΜ. Βασιλείου αποτυ­πώνονται με τον πιο εύληπτο τρόπο η υιοθέτηση του αγω­νιστικού πνεύματος και η μεταφορική χρήση της ζώσας στο Βυζάντιο αθλητικής παράδοσης με θεολογικό περιε­χόμενο: «Ουκ εάν εις τον αγώνα εισέλθη τούτο, ούδε εάν αλείψηται, ούδε αν συμπλακή αλλά αν μη πάντα τον της αθλήσεως νόμον φυλάττη και επί των σιτίων και επι σωφροσύνης και σεμνότητος και το εν παλαίστρα και πάντα απλώς διέλθη τα τοις αθληταίς προσήκοντα ου­δέποτε στεφανούται».

Αυτό που ουσιαστικά διαφοροποιήθηκε ήταν το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας των αγωνισμάτων, τα οποία εξακολουθούσαν ωστόσο να είναι δημοφιλή και να διεξάγονται καθόλη τη Βυζαντινή Περίοδο. Τα αγωνίσματα έχασαν τον συμβολικό, θρησκευτικό και παιδαγωγικό τους χαρακτήρα, όπως αυτός είχε εκφρασθεί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, και εξέπεσαν σε λαϊκά θεάματα ψυχαγωγικού χαρακτήρα σε θρη­σκευτικές εορτές, γάμους, πανηγύρια και τον ιππό­δρομο. Σε αυτά δεν επιδίδονταν μόνο τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και οι ανώτερες τάξεις των ευγενών, ακόμη και οι αυτοκράτορες. ΟΙουστι­νιανός αθλείτο στην πάλη από τον παιδοτρίβη Ανδρέα, ο Τσιμισκής ήταν αξεπέραστος στο άλμα, το ακόντιο και το τόξο, ενώ ο Μανουήλ επιδιδόταν με αξιώσεις στο τζυκάνιον. Το τελευταίο ήταν ομαδικό παιγνίδι που θυμίζει το σημερινό έφιππο πόλο και είχε καταγωγή από την Περσία. Έτσι, το «βοτόν πεζοδρόμιο»-δρόμος, το άλμα, το δοκίμιν-άρση βαρών, ο δίσκος, το α­κόντιο, η πάλη διεξάγονταν στα αλώνια και τις πλατείες, προκαλώντας ζωηρό ενδιαφέρον. Ανατρέχοντας στη δημώδη ποίηση για τον Διγενή Ακρίτα και τον αγώνα του με τον Χάρο, διαπιστώνει κανείς τη διατήρηση σχεδόν όλων των αρχαίων γυμνικών αγωνισμάτων στα λαϊκά αυτά δρώ­μενα. «Κανείς δεν ήταν σαν κ’ εμέν εις της αντρείας τη χάρη, στο μπάλεμα, στο τρέξιμο, στο πήδος, στο κοντάρι». Τα δημοφιλέστερα, ωστόσο, αγωνί­σματα κατά τη Βυζαντινή Εποχή ήταν οι αρματοδρομίες και οι κονταρο­μαχίες που εισήχθησαν από τη Δύση με τις σταυροφορίες. Ο ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης ήταν κέντρο της αθλητικής, κοινωνικής και πο­λιτικής ζωής, καθώς οι αρματοδρομίες ανάμεσα σε ομάδες δήμων αποτέ­λεσαν πεδίο αντιπαραθέσεων και κοινωνικών διεκδικήσεων. Αρκετοί αυ­τοκράτορες αναδείχθηκαν σε σπουδαίους ηνιόχους, όπως ο Θεό­φιλος και ο Μιχαήλ ο Γ΄, ενώ οι ευγενείς συναγωνίζονταν στις έ­φιππες μονομαχίες για τα ιδανικά τους, όπως στην περίδημη γκίοστρα του Ερωτόκριτου, ή τη νίκη.

 

Πηγή Φώτο: Περιοδικό Corpus, τεύχος 61,  άρθρο Παράλληλοι Κόσμοι «Ούτος ο του Χριστού αθλητής», Μάνος Μικελάκης, Αρχαιολόγος, σελίδα 13

 

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι λαϊκοί αθλητικοί α­γώνες συναρτήθηκαν με την άσκηση της σωματικής ρώμης των κλεφτών και των αρματολών για την αποτίναξη του ζυγού. Στα δημοτικά τραγούδια περιγράφονται οι άθλοι τους, όπως του Οδυσσέα που ήταν ταχύτερος από άλογο ή του Νικοτσαρά που πηδούσε επάνω από επτά άλογα στη σειρά. «Μεσ’ το βάλτο, στο πηγάδι ρίχνουν κλέφτες το λιθάρι, το πετούν οι Αρβανίτες και περνούν τους Μωραϊτες-Καραχάλιο παλικάρι, κι αν περάσεις εν αχνάρι μια σημένια στο ζω­νάρι, κι αν περάσεις στην πηλάλα, χάρισμα σου και μια πά­λα». Μέχρι σήμερα σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας επι­βιώνει η λαϊκή αυτή παράδοση στις μεγάλες θρησκευτικές εορτές (Πάσχα, πολιούχος κ.ά.) με αγώνες δρόμου, πάλης, δύναμης, λιθαριού, έφιππων αγώνων κ.ά.

 

Κατά την εορτή του Αϊ Γιώργη ευλογούνται άλογα και αναβάτες & εκτελούνται ιππικοί αγώνες καθώς & αγώνες δρόμου νεανίων.(Πηγή στιγμιότυπων: Τηλεοπτικός  Σταθμός: Δίκτυο)

Ορθόδοξοι Χριστιανοπαίδες τρέχουν μέσα σε χωράφι κρατώντας χριστιανικά εικονίσματα προσδοκώντας εις ευλογία της σοδιάς. (Πηγή στιγμιότυπων Τηλεοπτικός  Σταθμός Δίκτυο)

Έθιμα του Αγίου Γεωργίου, έφιπποι αγώνες. Το κίτρινο βέλος δείχνει τα κεντήματα της πίστης του σταυρού. (Πηγή στιγμιότυπων: Τηλεοπτικός Σταθμός: Alter)

«Μειρακίοις δὲ γυμνάσιον ἀπόχρη, κἂν βαλανεῖον παρῇ· καὶ γὰρ ταῦτα τοῖς ἀνδράσι παντὸς μᾶλλον πρὸ τῶν λουτρῶν ἐγκρῖναι οὐ φαῦλον ἴσως, ἔχοντα τι χρήσιμον τοῖς νέοις πρὸς ὑγίειαν, σπουδήν τε καὶ φιλοτιμίαν ἐντιθέντα οὐχὶ εὐεξίας μόνον ἀλλὰ καὶ εὐψυχίας ἐπιμελεῖσθαι, ὃ δὴ γινόμενον ἄνευ τοῦ τῶν κρειττόνων ἔργων ἀποσπᾶσθαι χαρίεν καὶ οὐκ ἀλυσιτελές. Ούδὲ ἐνταῦθα ὑπεξαιρετέον τῆς κατὰ τὸ σῶμα διαπονήσεως τὰς γυναὶκας, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ πάλην καὶ δρόμους παρακλητέον αὐτάς…

Καὶ μυρία ὅσα αἱ Γραφαὶ ὀρέγουσιν εὐτελείας ἅμα καὶ αὐτουργίας, πρὸς δὲ καὶ γυμνασίων ὑποδείγματα. Ἀνδρῶν δὲ οἳ μὲν γυμνοὶ καὶ πάλης μετεχόντων, οἳ δὲ καὶ σφαίρῃ τῇ μικρᾷ παιζόντων τὴν φαινίνδα παιδιὰν ἐν ἡλίῳ μάλιστα· ἄλλοις ὁ περίπατος αὐτάρκης ἀγρόνδε βαδίζουσιν ἢ εἰς ἄστυ κατιοῦσιν Εἰ δὲ καὶ σκαπάνης ἅψαιντο, οὑκ ἀγεννὲς τοῦτπ παρεμπόρευμα οἰκονομικὸν γυμνασίου γεωργοῦ»

[Μτφρ: Το γυμναστήριο είναι αναγκαίο για τα παιδιά (1), ακόμη και όταν υπάρχει δίπλα λουτρό. Διότι δεν είναι φαύλο να επιτρέπωνται και γυμναστικές ασκήσεις στους άνδρες πριν από τα λουτρά, διότι έχουν κάποια χρησιμότητα στην υγεία των νέων, καθώς προκαλούν τον ζήλο και την φιλοτιμία όχι μόνο για την επιμέλεια της ευεξίας αλλά και της ευψυχίας. Κι’ όταν γίνεται αυτό, χωρίς να αποσπά από τα ανώτερα έργα, είναι χαριτωμένο και ωφέλιμο. Ούτε εδώ πρέπει να εξαιρέσουμε τις γυναίκες από την σωματική άσκηση, αλλά αυτές δεν πρέπει να ψυχαγωγούνται με την πάλη και τους δρόμους…

Οι Γραφές μας προσφέρουν πολυάριθμα παραδείγματα λιτότητας και αυτοεργίας, αλλά επίσης και ασκήσεων. Από τους άνδρες, άλλοι ας μετέχουν γυμνοί στην πάλη, άλλοι ας παίζουν το τόπι, το παιχνίδι της φαινίνδας (6), και μάλιστα στον ήλιο. Σε άλλους αρκεί ο περίπατος είτε βαδίζουν προς την ύπαιθρο είτε κατεβαίνουν στην πόλη. Αν πάλι πιάσουν σκαπάνη, τούτο δεν είναι αγενής παραοικονομική απασχόληση με μια γεωργική άσκηση][Σημ. πρωτ.: 1. Με τον όρο μειράκια προφανώς ο Κλήμης εννοεί τους εφήβους, ηλικίας 14-18 ετών, 6. Αυτό το παιχνίδι το ονόμαζαν «αρπαστό»· ο κάτοχος της σφαίρας άλλον κύταζε και σε άλλον την έριχνε] (Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Κλήμεντος Αλεξανδρέως Άπαντα τα Έργα 2, Παιδαγωγός, Λόγος Γ΄ 49,1-2 & 50,1, Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Επόπτης Παναγιώτης Κ. Χρήστου Καθηγητής Πανεπιστημίου – Επιμελητής Εκδόσεως Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχος Θεολογίας, Εκδοτικός Οίκος Ελευθερίου Μερετάκη «Το Βυζάντιον», σσ. 320-323).

 

Μετά την απελευθέρωση το όραμα για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων θα προσδώσει στους λαϊκούς αυτούς αγώνες μια νέα δυναμική. Η πρώτη Ζάππεια Ολυμπιάδα στην Πλατεία Κοτζιά διατηρεί τον λαϊκό χαρακτήρα των δρώμενων αυτών, ενώ στη Βιθυνία οι αγώνες της Κυριακής του Πάσχα μετονομάζονται σε Ολυμπιακούς Αγώνες.

Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 61,  άρθρο Παράλληλοι Κόσμοι «Ούτος ο του Χριστού αθλητής», Μάνος Μικελάκης, Αρχαιολόγος, σελίδα 13

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, ΠΑΤΕΡΕΣ και ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

 

Το γεγονός ότι ο αθλητισμός χρησιμοποιείται μεταφορικά στα Ευαγγέλια αλλά και σε εκκλησιαστικά κείμενα σαφώς δείχνει την εκτίμηση που τρέφει προς αυτόν η Εκκλησία. Ποτέ δεν θα χρησιμοποιείτο έτσι η μοιχεία, η ειδωλολατρία, η λαιμαργία κ.λ.π. Στο εδάφιο της Α΄ Πρός Τιμόθεον επιστολής, ο Παύλος λέει πως ο αθλητισμός ωφελεί. Απλά το όφελος που προσφέρει ο αθλητισμός είναι μικρότερο από εκείνο που προσφέρει ο Χριστιανισμός, διότι ο σωματικός αθλητισμός ΜΟΝΟΣ του προσβλέπει μόνο στα πρόσκαιρα ενώ ΣΥΝΟΔΕΥΜΕΝΟΣ από τον πνευματικό προσβλέπει στην αιωνιότητα. Ακόμη και ο πιο απλοϊκός άνθρωπος δύναται να πει αν αξίζει περισσότερο η αιωνιότητα παρά το νυν.

 

Ο Αθλητής του Χριστού Παύλος σε ασημένιο κουτάλι του 6ου αιώνα μ.Χ. Β΄ Προς Τιμόθεον΄, Κεφ. Δ΄ «7 τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· 8 λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοὶ, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ»

 

 

Προς Φιλιππησίους Κεφ. Α΄ «27 Μόνον ἀξίως τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε, ἵνα εἴτε ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ὑμᾶς εἴτε ἀπὼν ἀκούσω τὰ περὶ ὑμῶν, ὅτι στήκετε ἐν ἑνὶ πνεύματι, μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ εὐαγγελίου»

Α΄ Προς Τιμόθεον, Κεφ. Δ΄ «7 τοὺς δὲ βεβήλους καὶ γραώδεις μύθους παραιτοῦ, γύμναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· 8 ἡ γὰρ σωματικὴ γυμνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιμος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιμός ἐστιν, ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς μελλούσης»

Β΄ Προς Τιμόθεον, Κεφ Β΄ «5 ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ»

Β΄ Προς Τιμόθεον΄, Κεφ. Δ΄ «7 τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· 8 λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοὶ, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ»

Προς Εβραίους, Κεφ Ε΄ «14 τελείων δέ ἐστιν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυμνασμένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ.»

Προς Εβραίους, Κεφ Ι΄ «32 Ἀναμιμνήσκεσθε δὲ τὰς πρότερον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων»

Προς Εβραίους, Κεφ Ιβ΄ «11 πᾶσα δὲ παιδεία πρὸς μὲν τὸ παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς εἶναι, ἀλλὰ λύπης, ὕστερον δὲ καρπὸν εἰρηνικὸν τοῖς δι’ αὐτῆς γεγυμνασμένοις ἀποδίδωσι δικαιοσύνης»

Για  τους πατέρες ο αθλητισμός έχει και πνευματικό περιεχόμενο. Αρκεί να είναι όντως αθλητισμός και όχι μία επιχείρηση εξαπάτησης και διαστροφής. Οποίος μελετήσει τα πατερικά κείμενα των  Ι. ΧρυσοστόμουΙ. ΘεολόγουΜ. Βασιλείου , θα δει να αποτυπώνονται με τον πιο εύληπτο τρόπο η υιοθέτηση του αγωνιστικού πνεύματος και η μεταφορική χρήση της αθλητικής παράδοσης και του αθλητικού ιδεώδους με  περιεχόμενο θεολογικό. Στους συναξαριστές ,αλλά και στην υμνολογία οι Άγιοι πάμπολλες φορές ονομάζονται «αθλητές του Χριστού» π.χ. :«Τώ Βασιλεί τών αιώνων, σύ εστρατεύσω σοφέ, καί παρατάξεις πάσας, καθελών τών ανόμων, Γεώργιε τρισμάκαρ, στερρός αθλητής, ανεδείχθης τή χάριτι, τή εκ Θεού σοι δοθείση θαυματουργέ, διό πρέσβευε σωθήναι ημάς»

 

 

ΟΙ ΠΑΡΑΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ & Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

 

Βίντεο: Μέγεθος: Διάρκεια:32΄΄. Ο τυφλός Έλληνας Ολυμπιονίκης (Θανάσης Μπαράκας) στους Special Olympics στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας. Πιστός εις τον Ιησού Χριστό τον Ναζωραίο αφηγείται την χρησιμότητα της υποστήριξης του Θεού εις την επίτευξη της νίκης. (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Mega, Εκπομπή «Γκρίζες Ζώνες», Χειμώνας 2002)

 

Πολλοί νεοΕθνικοί αναρωτιούνται για το ποιος είναι ο ρόλος του Χριστιανισμού στον αθλητισμό. Κανείς δεν αμφιβάλλει πως η αρχαία Ελλάδα ανέδειξε τον αθλητισμό και τους Ολυμπιακούς αγώνες, που εκτός κάποιων μερικών παράδοξων γεγονότων, ήταν σταθμός ειρήνης και συμφιλίωσης μπροστά στο θείο. Κανείς όμως δεν μπορεί να αποκλείσει πως το Χριστιανικό ήθος και η Χριστιανική ηθική της Αγάπης και της Ανοχής συντέλεσαν στην δημιουργία των «Ειδικών – Ολυμπιακών» από την σύζυγο του Κέννεντυ, μιας και στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν άλλες απόψεις π.χ. ευγονική στην Σπάρτη.

Καλό θα ήταν να μην διαφεύγει από την μυθολογική μνήμη κανενός, πως ο θεός Ήφαιστος που έφτιαξε και τα όπλα του Αχιλλέα, ήταν ασχημομούρης και κουτσός και έτσι ο θεός Δίας τον πέταξε εκτός του Ολύμπιου παλατιού, γιατί του κακοφάνηκε η εμφάνισή του.

 

 

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

του Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου και Άγιου Βλασίου κ. Ιεροθέου*

 

Η Εκκλησία είναι Σώμα Χρίστου και κοινωνία θεώσεως, αλλά συγχρόνως μέσα στην ποιμαντική της ενα­σχόληση για την σωτηρία του ανθρώπου μπορεί να ασχολείται και με σύγχρονα θέματα, αρκεί να μην εκκοσμικεύεται. Πρέπει όμως να επεκτείνουμε το θέμα.

Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες, όπως γίνονται σήμερα, έχουν ξεφύγει από τα πλαίσια στα όποια γίνονταν στην αρχαιότητα. Είναι δε γνωστόν σε όλους ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν γυμναστικές επιδείξεις, ούτε παιχνίδια, αλλά εντάσσονταν σε μια προοπτική παιδευτικής αγωγής του ανθρώπου, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και συνδέονταν στενά με την θυσία και το θέα­τρο. Κέντρο όλων αυτών και των αθλητικών αγώνων και των πολιτιστικών εκδηλώσεων ήταν το ιερό και η θυσία στους θεούς. Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός σε μια προφορική του ομιλία αναφερόμενος στην ενότητα μεταξύ ιερού και αθλητισμού στην αρχαία Ελλάδα, είπε: ξέρετε που φαίνεται κατά τον καλύτερο τρόπο αυτή η ενότητα εις τους αιώνες; Στους Δελφούς. Όταν πά­ει κανείς στους Δελφούς, βλέπει ότι στο πρώτο επί­πεδο είναι τα ιερά. Από Θεού άρχεσθαι. Στο δεύτερο επίπεδο είναι το θέατρο, το ιατρείο της ψυχής, το διδασκαλείον του Ελληνισμού. Και στο τρίτο επίπεδο είναι το στάδιο, το γήπεδο. Το στάδιο όμως των αρχαίων Ελλήνων, όχι των χούλιγκανς της εποχής μας. Το στάδιο πού καλλιεργούσε και το σώμα του ανθρώπου. Δυστυχώς σήμερα οι Ολυμπιακοί Αγώνες, όπως και όλη ή κοινωνική και πολιτιστική ζωή αυτο­νομήθηκαν από τον θρησκευτικό τομέα. Αυτή είναι η κατάληξη των διαφωτιστικών ιδεών και αρχών. Όπο­τε μπορούμε να πούμε ότι έχασαν το αρχικό νόημα τους και επομένως χρειάζεται νέα νοηματοδότηση.

Υπάρχουν μερικά σημεία τα όποια δείχνουν τα πλαίσια μέσα στα όποια γίνονταν οι αθλητικοί αγώνες στην αρχαία Ελλάδα. Το ένα είναι ότι συνδέονταν με τα Ιερά, την θυσία, οι δε Ιερείς ήταν ό ένας από τους τρεις παράγοντες πού είχαν την όλη ευθύνη για την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Το δεύτερο σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο ήταν κατασκευα­σμένο το στάδιο και κυρίως το ότι οι αθλητές περ­νούσαν από το δάσος των αγαλμάτων και βέβαια με­ταξύ του σταδίου και του δάσους των αγαλμάτων ήταν μία στενή σήραγγα πού ονομαζόταν κρυπτή. Αυτό δείχνει το άνοιγμα του αθλητή σε ένα ευρύ χώρο, αφού περνούσε μέσα από μια στενή και μυστι­κή πύλη. Το τρίτο σημείο ήταν το έπαθλο με το όποιο στεφανώνονταν οι νικητές και αυτό ήταν το κότινο ελιάς και στην πραγματικότητα επειδή η λέξη κότινος προέρχεται από το ρήμα κοτέω πού σημαίνει έχω πά­θος εναντίον κάποιου, γι’ αυτό ό κότινος συμβόλιζε την μετουσίωση της επιθετικότητας και της οργής.

Και τα τρία αυτά σημεία δείχνουν ότι οι Ολυ­μπιακοί Αγώνες στην αρχαιότητα κατά βάση εντάσ­σονταν μέσα στην προοπτική της εξυψώσεως του ανθρώπου από την χαμηλή πραγματικότητα στην οποία ζούσαν.

Με την πάροδο όμως του χρόνου οι Ολυμπιακοί Αγώνες έπεσαν σε παρακμή. Σε αυτό συντέλεσαν πολλοί παράγοντες, ήτοι η διάσπαση της ενότητας μεταξύ θρησκείας και αθλητισμού, οι οικονομικές πα­ροχές και οι διακρίσεις πού δίδονταν στους αθλητές, οπότε ο αθλητισμός έγινε επαγγελματικός, η αρνητι­κή στάση την οποία έλαβαν μερικοί φιλόσοφοι ενα­ντίον του αθλητικού ιδεώδους, η απώλεια της πο­λιτικής ανεξαρτησίας των Ελλήνων, η δημοκρατι­κή και οικονομική εξασθένηση των Ελλήνων, και η στάση μερικών Χριστιανών εναντίον των αγώνων αυτών, διότι βρίσκονταν σε κατάπτωση και διότι δι’ αυτών διατηρούντο οι παγανιστικές παραδόσεις.

Ύστερα από αυτά τα διαφωτιστικά μένει να δούμε ποια πρέπει να είναι ή στάση της Εκκλησίας απέναντι στους Ολυμπιακούς Αγώνες σήμερα και πώς μπορεί να βοηθήσει ή Εκκλησία.

Βεβαίως ο σκοπός της Εκκλησίας είναι να σώσει τον άνθρωπο, να τον οδηγήσει από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, ώστε να πραγματοποιηθεί ο αρχι­κός σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου, που είναι η θέωση.

Η Εκκλησία όμως εργάζεται σε μια μεταπτωτική κοινωνία, την οποία χωρίς να παραθεωρεί, προ­σπαθεί να την μεταμορφώσει. Δεν αρνείται τον κόσμο, αλλά τον προσλαμβάνει για να τον αγιάσει. Ό­λα όσα γίνονται μέσα στην μεταπτωτική κοινωνία είναι στην πραγματικότητα προκλήσεις προς την Εκ­κλησία, ώστε αυτή να τα μεταμορφώσει. Μέσα σ αυτήν την προοπτική εντάσσεται και ο αθλητισμός, τον όποιο η Εκκλησία ούτε μπορεί να τον αρνηθεί, αλλά και ούτε να τον δεχθεί όπως ακριβώς είναι.

Η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004 δημιουργεί πολλές προκλήσεις στην Εκκλησία, τις όποιες η Εκκλησία δεν μπορεί να αγνοήσει ή να παραθεωρήσει. Άλλωστε η ποιμαντι­κή της Εκκλησίας δεν έχει όρια, αφού ή Εκκλησία διαλέγεται με όλο τον κόσμο με σκοπό να τον μετα­μορφώσει, χωρίς βέβαια να αλλοιωθεί η ίδια ή Εκ­κλησία. Θα ήθελα να αναφέρω μερικές από τις προ­κλήσεις αυτές.

Η μία είναι ότι κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες θα έλθουν στην Ελλάδα πολλοί Ορθόδοξοι από όλον τον κόσμο και επομένως η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέ­πει να συναντηθεί μαζί τους σε ένα κλίμα και σε ένα πνεύμα αγάπης και φιλοξενίας.

Η άλλη πρόκληση είναι ότι, εκτός από τους ορθόδοξους, θα έλθουν άνθρωποι οι όποιοι θα ανα­ζητήσουν να μάθουν την Ιστορία του τόπου αυτού. Όποτε ή Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να δείξει ότι στον τόπο αυτό υπάρχει μια συνεχής διαχρονική πα­ράδοση, πού δεν σταμάτησε με την κατάληψη της Ελλάδος από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ.

Ή τρίτη πρόκληση είναι ότι ενδεχομένως να πα­ρουσιασθούν διάφορες παγανιστικές παραδόσεις, οι όποιες θα επιδιώξουν να υποστηρίξουν ότι αυτές είναι οι διάδοχοι του ελληνισμού και ότι ό Χριστια­νισμός δεν έχει σχέση με τον ελληνισμό, αλλά με τον εβραϊσμό και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ασχολείται μόνον με το πώς θα εξασφαλίσει τον παράδεισο και όχι με την ζωή του ανθρώπου.

Ή τέταρτη πρόκληση είναι η εκδοτική της προ­σπάθεια. Θα πρέπει με εκδόσεις βιβλίων, φυλλαδίων κ.λ.π. να εκθέσει την διδασκαλία της για το σώμα, την άσκηση, την άθληση, να προβάλει τον πολιτιστι­κό της πλούτο.

Υπάρχουν και άλλες και μεγάλες προκλήσεις, τις όποιες δεν είναι δυνατόν να παραθέσουμε στη μικρή αυτή εισήγηση. Το γεγονός είναι ότι ή Εκκλησία δεν μπορεί να αδρανήσει ποιμαντικά μπροστά στην πρό­κληση της Ιστορίας, παρά τα προβλήματα πού υπάρ­χουν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, πού όλοι γνω­ρίζουμε.

Αν ή Ιερά Σύνοδος απεφάσιζε να μη ασχοληθεί καθόλου με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τότε είμαι σίγουρος ότι θα υπήρχαν πολλοί θεολόγοι, και μάλι­στα εκείνοι πού τώρα φαίνονται προβληματισμένοι για την συμμετοχή της Εκκλησίας σε αυτήν την διοργάνωση, οι όποιοι θα κατηγορούσαν την Εκκλη­σία για ευσεβιστική νοοτροπία, καθώς επίσης και για φονταμενταλισμό. Και αυτό γιατί θα θεωρούσαν ως άστοχη πράξη να ασχολείται η Εκκλησία μόνο με την σωτηρία της ψυχής και να αφήνει όλη την άλλη ζωή έξω από τις δραστηριότητες της και την μετα­μορφωτική της ενέργεια.

 

* Από εισήγηση του με θέμα: Η συμβολή της Εκκλησίας εις την επιτυχή διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, πού έγινε ενώπιον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελ­λάδος την 8 Οκτωβρίου 2002.

(Πηγή: ΔΙΑΛΟΓΟΣ 32-2003)