Ο ξυπόλητος δρομέας που έγινε εθνικός ήρωας

Σαράντα δύο χιλιόμετρα χωρίς παπούτσια. Και στο τέλος νικητής. Και εθνικός ήρωας.
Πως αλλιώς να περιγράψει κανείς τον Αμπέμπε Μπικίλα; Έναν αθλητή που έμεινε στην ιστορία όχι μόνο γιατί είναι ο μοναδικός που έχει κερδίσει το Μαραθώνιο δρόμο σε δύο συνεχόμενες Ολυμπιάδες , αλλά γιατί στους περισσότερους των αγώνων έτρεχε ξυπόλητος.

Και που ακόμα και όταν έμεινε ανάπηρος λόγω ατυχήματος, δεν έδειξε να τα παρατάει αλλά, δεχόμενος τον τραυματισμό του με στωικότητα, λες και ήταν μια ακόμα του νίκη, έδειξε δύναμη περισσή και το πάλεψε, όσο ένας άνθρωπος θα μπορούσε.

Ο Μπικίλα γεννήθηκε στα βουνά της Αιθιοπίας στις 7 Αυγούστου του 1932, την ημέρα της διεξαγωγής του μαραθωνίου στους Ολυμπιακούς αγώνες του Λος Άντζελες, ( μια σύμπτωση άραγε τυχαία;) στο χωριό Τζάτο, 9 χιλιόμετρα έξω από την πόλη Μεντίδα. Ήταν γιος βοσκού και ξεκίνησε να τρέχει σε ηλικία 24 χρόνων. Στα 9 του έγινε μέλος της φρουράς του Χαιλέ Σελασιέ, αυτοκράτορα της χώρας,. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του, στάλθηκε σε ένα στρατόπεδο που η κυβέρνηση είχε δημιουργήσει μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί ο Σουηδός προπονητής Όνι Νισκάνεν αναγνώρισε το εξαιρετικό ταλέντο του στο τρέξιμο.

Αλλά η μεγάλη μέρα για εκείνον ήρθε στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ρώμης το 1960, όταν τα εκατομμύρια των τηλεθεατών παγκοσμίως έβλεπαν έναν άγνωστο ως εκείνη τη στιγμή αθλητή να κερδίζει το Μαραθώνιο τρέχοντας χωρίς παπούτσια. Το περίεργο δε, είναι ότι συμπεριλήφθηκε στην εθνική ομάδα της Αιθιοπίας την τελευταία στιγμή, αντικαθιστώντας τον Γουόμι Μπιράτου, ο οποίος έσπασε τον αγκώνα του σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Λέγεται μάλιστα ότι η Αντίντας – επίσημος χορηγός των Ολυμπιακών αγώνων της Ρώμης- είχε λίγα μόνο ζευγάρια παπούτσια όταν ο Μπικίλα πήγε να δοκιμάσει και εκείνο που τελικά επέλεξε δεν του ήταν άνετο, με αποτέλεσμα να μην το φορέσει. Λίγες ώρες πριν τον αγώνα πήρε την απόφαση να τρέξει χωρίς αυτά. « Ο ξυπόλητος δρομέας», μόλις γινόταν ήρωας.

Άξιο όμως προσοχής εκείνης της ημέρας και η προετοιμασία του αθλητή από τον προπονητή του. Ο Όνι Νισκάνεν τον είχε προειδοποιήσει για κάποιους από τους αντιπάλους του δίνοντας βάση στον Μαροκινό Ράντι Μπεν Αμπντεσαλάμ, ο οποίος και στον αγώνα θα φορούσε το νούμερο 26. Για αγνώστους λόγους ο Αμπντεσαλάμ φόρεσε τελικά το νούμερο 185. Ο Μπικίλα καθόλη τη διάρκεια της κούρσας αναζητούσε τον αθλητή με το νούμερο 26, ακόμα και όταν οι δυο τους προπορεύονταν μία ολόκληρη στροφή από τους υπόλοιπους. Μέχρι και τα τελευταία 500 μέτρα έτρεχαν πλάι- πλάι , όταν ο Μπικίλα επιτάχυνε και άφησε τον αντίπαλό του στη δεύτερη θέση. Κέρδισε με παγκόσμιο ρεκόρ σε 2:15:16 αφήνοντας τον Ράντι 26 δευτερόλεπτα πίσω.
Σε ερώτηση μετά τη νίκη του γιατί δε φόρεσε παπούτσια απάντησε:«Ήθελα να γνωρίζει ολόκληρος ο κόσμος ότι η χώρα μου, η Αιθιοπία, αγωνίζεται με αποφασιστικότητα και ηρωισμό», δείχνοντας για άλλη μια φορά τον πατριωτισμό του.
Τέσσερα χρόνια αργότερα κατάφερε να κερδίσει το χρυσό μετάλλιο και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο με 2:12.11, 4 λεπτά και 8 δευτερόλεπτα μπροστά από τον δεύτερο Βρετανό, Μπαζίλ Χιτλεϊ. Αυτή τη φορά δεν έτρεξε ξυπόλητος, αλλά 40 μέρες πριν είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο όπου διαγνώσθηκε ότι έπασχε από σκωληκοειδίτιδα. Εγχειρίστηκε ενώ ακόμα και κατά τη διάρκεια της αποθεραπείας του στο νοσοκομείο έκανε προπόνηση για τον αγώνα.

Από το 1960 έως και το 1966 κέρδισε 12 από τους 13 Μαραθώνιους που συμμετείχε. Ο μοναδικός αγώνας που δεν κατάφερε να κερδίσει ήταν το 1963 στη Βοστώνη όπου τερμάτισε στην 5η θέση. Επέστρεψε στην Αιθιοπία όπου δεν πήρε μέρος ξανά σε καμία κούρσα μέχρι που διεξήχθη ο Μαραθώνιος στην Αντίς Αμπέμπα το 1964, όπου και ήταν ο νικητής. Το 1967 τραυματίστηκε στο πόδι του και εγκατέλειψε στα δέκα χιλιόμετρα στους Ολυμπιακούς του 1968.

Μετά τη δεύτερη νίκη του στο Τόκυο ο Μπικίλα επέστρεψε ως ήρωας στη χώρα του, όπου ο αυτοκράτορας του έκανε δώρο ένα λευκό «σκαραβαίο», αυτοκίνητο που αποδείχθηκε μοιραίο για τη ζωή του, αφού το 1969 οδηγώντας το και προσπαθώντας να αποφύγει μια ομάδα μαθητών έχασε τον έλεγχο και ανατράπηκε. Το ατύχημα τον άφησε τετραπληγικό. Ο Νισκάνεν τον έπεισε να αγωνιστεί σε αγώνες για παραπληγικούς και εκείνος αστειευόμενος είπε πως θα μπορούσε να κερδίσει τους επόμενους Ολυμπιακούς ακόμα και με την αναπηρική καρέκλα.

Ακόμα όμως και μετά από αυτό η πίστη του στους θεσμούς δεν κλονίστηκε. Σε δηλωση που είχε κάνει εκείνη την εποχή αναφέρει: «Οι επιτυχημένοι άνθρωποι συναντούν την τραγωδία. Ήταν θέλημα Θεού να κερδίσω τους Ολυμπιακούς αγώνες, το ίδιο και το ατύχημα που είχα. Δέχτηκα αυτές τις νίκες όπως και την τραγωδία μου. Πρέπει να δεχόμαστε και τα δύο σα συμβάντα της ζωής, για να ζούμε ευτυχισμένα»

Ο Αμπέμπε Μπικίλα είχε παντρευτεί και είχε αποκτήσει 4 παιδιά. Πέθανε στις 23 Οκτωβρίου του 1973 σε ηλικία 41 ετών από εγκεφαλική αιμορραγία, επιπλοκή που προκάλεσε το πριν από 4 χρόνια ατύχημα του. Στο τελευταίο του αντίο παραβρέθηκαν 75000 άνθρωποι ενώ το παρόν έδωσε και ο αυτοκράτορας Χαιλέ Σελασίε. Η ημερομηνία του θανάτου του κηρύχθηκε ως μέρα πένθους της χώρας, για το χαμό ενός εθνικού ήρωα. Προς τιμήν του το στάδιο της Αντίς Αμπέμπα πήρε το όνομά του , όπως επίσης το 2005 ένα σχολείο λίγα μέτρα μακριά από το χωριό όπου γεννήθηκε.

Ο Αιθίοπας αθλητής,ευρύτερα γνωστός ως ξυπόλητος δρομέας,υπήρξε πρωτοπόρος για τους Αφρικανούς αθλητές που η παράδοση τους στους αγώνες των μεγάλων αποστάσεων μετρά πια έτη πολλά.
Επιμέλεια: Χρονοπούλου Γλυκερία