Πνευμονική εμβολή

Πνευμονική εμβολή

Πνευμονική εμβολή, ICD-10 I26, είναι η αιφνίδια εγκατάσταση ξένου σώματος, συνήθως, θρόμβου, δηλαδή τεμαχίου συγκεντρωμένου πηγμένου αίματος στην αρτηρία του πνεύμονα, με αποτέλεσμα να διακόπτεται η ροή του αίματος από εκείνο το σημείο του πνεύμονα και πέρα. Ένα μικρό ποσοστό των περιπτώσεων προκαλούνται από εμβολή αέρα, λίπους, ή ταλκ σε χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών ή από αμνιακό υγρό.

Ο κίνδυνος για πνευμονική εμβολή αυξάνεται  σε διάφορες καταστάσεις, όπως ο καρκίνος ή η παρατεταμένη κατάκλιση.

Η απόφραξη της πνευμονικής αρτηρίας γίνεται από θρόμβο που προέρχεται από τις φλέβες ή τις δεξιές κοιλότητες της καρδιάς.


Ποια είναι τα αίτια της πνευμονικής εμβολής

Ο θρόμβος αποσπάται, κυρίως, από τις φλέβες της συστηματικής κυκλοφορίας(της πυέλου και των κάτω άκρων συχνότερα) ή σπανιότερα από τις δεξιές καρδιακές κοιλότητες (10% περίπου του συνόλου). Ο σχηματισμός τους οφείλεται στην βραδεία κυκλοφορία του αίματος σε συνδυασμό με τη χρόνια συμπίεση των φλεβών εκ των έξω ή την ύπαρξη τοπικής βλάβης στο τοίχωμά τους. Ο θρόμβος ή τμήματά του αποσπώνται από το τοίχωμα των φλεβών και ενσφηνώνονται τελικά στα αγγεία των πνευμόνων. Η διαδικασία αυτή έχει σαν αποτέλεσμα τη διακοπή της αιμάτωσης του πνεύμονα στην περιοχή εκείνη, ενώ ο αερισμός διατηρείται. Λίγες ώρες μετά τη διακοπή της αιμάτωσης μιας πνευμονικής περιοχής, οι κυψελίδες συμπτύσσονται, γίνεται ανεπαρκής η ανταλλαγή των αερίων (ανταλλαγή Ο2  CO2) με αποτέλεσμα την υποξαιμία (μειώνεται το Ο2 του οργανισμού).


Προδιαθεσικοί παράγοντες πνευμονικής εμβολής

Προδιαθεσικοί παράγοντες της πνευμονικής εμβολής είναι οι ίδιοι που προκαλούν τη θρόμβωση των εν τω βάθει φλεβών των κάτω άκρων. Κεντρικό ρόλο στη θρόμβωση έχουν η υπερπηκτικότητα, η στάση και ο τραυματισμός των αγγείων. Άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμβολών είναι η προχωρημένη ηλικία, το κάπνισμα, η εξωγενής χρήση οιστρογόνων, κλπ. Πιο συγκεκριμένα μερικά αίτια θρόμβωσης των φλεβών των κάτω άκρων είναι οι ηλικιωμένοι κλινήρεις επί μακρόν, χειρουργημένα άτομα (γυναικολογικά, ορθοπεδικά, κλπ), καρδιοπαθείς και καταστάσεις ακινησίας γενικότερα. Σε περιπτώσεις εμφράγματος ή κολπικής μαρμαρυγής μπορεί να συμβεί απόσπαση του θρόμβου από τις δεξιές κοιλότητες της καρδιάς.

Από τις φλέβες: Φλεβοθρόμβωση κάτω άκρων ή λαγόνιων φλεβών, αλλά και τις προστατικές, τις μητρικές και νεφρικές και σπάνια τις επιπολής (ηλικιωμένοι, κατακεκλιμένοι, χειρουργημένοι από γυναικολογικές, κοιλιακές και εγχειρήσεις προστάτη, μετά από τοκετό, σε ορθοπαιδικούς ασθενείς με κατάγματα μηρού και λεκάνης, σε καρδιοπάθειες με κακή κυκλοφορία των κάτω άκρων, καρκινοπαθείς και κυρίως σε καρκίνο στομάχου και παγκρέατος, σε αιματολογικά νοσήματα, σε γυναίκες που παίρνουν αντισυλληπτικά και σε κάθε κατάσταση που προδιαθέτει σε φλεβοθρόμβωση).

Από τις δεξιές κοιλότητες της καρδιάς: Ο θρόμβος αποσπάται από τον δεξιό κόλπο σε μαρμαρυγή των κόλπων και σε κάμψη της δεξιάς κοιλίας.

Πάντως το 95% των πνευμονικών εμβολών προέρχονται από φλεβοθρομβώσεις των εν τω βάθει φλεβών των κάτω άκρων είτε αυτές φαίνονται είτε όχι, γι΄αυτό απαιτείται προληπτικός έλεγχος με triplex φλεβών και αρτηριών των κάτω άκρων. Ο κίνδυνος για πνευμονική εμβολή είναι μεγαλύτερος κατά τις πρώτες ημέρες σχηματισμού του θρόμβου γιατί τις πρώτες ημέρες οι θρόμβοι είναι εύθραυστοι.

Η ανάπτυξη της θρόμβωσης κλασικά οφείλεται σε μια ομάδα αιτιών που ονομάζεται τριάδα του Virchow (μεταβολές στη ροή του αίματος, παράγοντες στο τοίχωμα των αγγείων και παράγοντες που επηρεάζουν τις ιδιότητες του αίματος). Συχνά, περισσότεροι από ένας παράγοντας κινδύνου είναι παρόντες.

  • Μεταβολές στη ροή του αίματος: ακινητοποίηση (μετά από χειρουργική επέμβαση, τραύμα,  εγκυμοσύνη, παχυσαρκία, καρκίνο)
  • Παράγοντες στο τοίχωμα των αγγείων: χειρουργική επέμβαση, καθετηριασμοί που προκαλούν άμεση βλάβη (ενδοθηλιακή βλάβη)
  • Παράγοντες που επηρεάζουν τις ιδιότητες του αίματος:

-Οιστρογόνα για ορμονική αντισύλληψη

-Γενετική θρομβοφιλία (παράγοντας V Leiden, προθρομβίνης G20210A μετάλλαξη, ανεπάρκεια πρωτεΐνης C, ανεπάρκεια πρωτεΐνης S, ανεπάρκεια αντιθρομβίνης, υπερομοκυστεϊναιμία και διαταραχές του πλασμινογόνου/ινωδόλυσης)

-Θρομβοφιλία (αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, νεφρωσικό σύνδρομο, παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία)

-Καρκίνος


Συμπτώματα πνευμονικής εμβολής

Τα συμπτώματα της πνευμονικής εμβολής περιλαμβάνουν δυσκολία στην αναπνοή, πόνο στο στήθος κατά την εισπνοή, και αίσθημα παλμών. Τα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνουν χαμηλό κορεσμό οξυγόνου στο αίμα και κυάνωση, γρήγορη αναπνοή και ταχύ καρδιακό ρυθμό. Σοβαρές περιπτώσεις πνευμονικής εμβολής μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση, ασυνήθιστα χαμηλή αρτηριακή πίεση, και αιφνίδιο θάνατο.

Η δύσπνοια (δυσκολία στην αναπνοή), η ταχύπνοια (γρήγορη αναπνοή), ο πόνος στο στήθος του (πλευριτικός πόνος), ο βήχας και η αιμόπτυση (βήχας με αίμα) είναι τα βασικά συμπτώματα. Πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν συμπτώματα, όπως κυάνωση (μπλε αποχρωματισμός, συνήθως των χειλιών και των δακτύλων), κατάρρευση, και κυκλοφορική αστάθεια λόγω της μειωμένης ροής αίματος διαμέσου των πνευμόνων και στην αριστερή πλευρά της καρδιάς. Περίπου το 15% όλων των περιπτώσεων αιφνίδιου θανάτου οφείλονται σε πνευμονική εμβολή.

Στη φυσική εξέταση, οι πνεύμονες είναι συνήθως φυσιολογικοί. Περιστασιακά, πλευριτικός ήχος τριβής ενδέχεται να ακουστεί πάνω από την πληγείσα περιοχή του πνεύμονα (έμφρακτο). Η υπεζωκοτική συλλογή  είναι εξιδρωτική, ανιχνεύσιμη με το στηθοσκόπιο.

Μαζική πνευμονική εμβολή

Ο θρόμβος φράσσει την πνευμονική αρτηρία ή έναν κλάδο της. Η συνήθης θέση εγκατάστασης του θρόμβου είναι ο διχασμός της πνευμονικής αρτηρίας που αποφράσσει τον ένα και ατελώς τον άλλο κλάδο.

Τα συμπτώματα είναι δραματικά και οφείλονται σε διαταραχές της λειτουργίας της καρδιάς και της περιφερικής κυκλοφορίας.

Η έναρξη είναι απότομη με έντονο πόνο στο θώρακα που μοιάζει με αυτόν του εμφράγματος. Συγχρόνως, εμφανίζεται έντονη δύσπνοια, ταχυκαρδία, λυποθυμική τάση, πτώση πίεσης, ψυχροί ιδρώτες, shock και κυάνωση. Η αιμόπτυση είναι σπάνια. Ο θάνατος συμβαίνει από καρδιακή ανεπάρκεια.

25% των εμβολών είναι αυτού του τύπου


Διάγνωση πνευμονικής εμβολής

Από αιμοδυναμική άποψη ελαττώνεται το πνευμονικό αγγειακό δίκτυο, αυξάνονται οι πνευμονικές αγγειακές αντιστάσεις και οι πιέσεις της πνευμονικής αρτηρίας και αυξάνεται το έργο της δεξιάς κοιλίας και αυτή τελικά ανεπαρκεί.

Όσον αφορά την πνευμονική λειτουργία υπάρχει διαταραχή της σχέσεως αερώσεως/ αιματώσεως περιοχής του πνεύμονα, απώλεια της επιφανειακής δραστικής ουσίας (surfactant) της περιοχής που οδηγεί σε ατελεκτασία και αύξηση της διαπερατότητας της κυψελιδοτριχοειδικής μεμβράνης και υπέρπνοια.

Αντικειμενικά, διαπιστώνεται διόγκωση των φλεβών τραχήλου και ήπατος, τρίτος καρδιακός τόνος της δεξιάς κοιλίας στο δεξιό χείλος στέρνου ή στο επιγάστριο.

Οι περισσότεροι ασθενείς πεθαίνουν αμέσως ή σε λίγες ώρες (70-80%).Αν επιζήσουν έχουν πνευμονικό έμφρακτο.

Το ΗΚΓ είναι δεξιόστροφο με βαθύ S1 και Q3 και ανεστραμμένο T, στις V1-V4 και συνυπάρχει συνήθως αποκλεισμός του δεξιού σκέλους. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα ενός ατόμου με πνευμονική εμβολή, δείχνει φλεβοκομβική ταχυκαρδία περίπου 150 παλμούς ανά λεπτό και αποκλεισμό του δεξιού σκέλους. Η κύρια χρήση του ΗΚΓ είναι να αποκλειστούν άλλες αιτίες του πόνου στο στήθος. Ένα ΗΚΓ μπορεί να δείξει σημάδια strain της δεξιάς καρδιάς, ένα μεγάλο κύμα S στην απαγωγή Ι, ένα μεγάλο κύμα Q στην απαγωγή ΙΙΙ, και ένα ανεστραμμένο Τ κύμα στην απαγωγή III (S1Q3T3), η οποία εμφανίζεται σε 12-50% των ατόμων με τη διάγνωση πνευμονικής εμβολής, αλλά επίσης συμβαίνει στο 12%, χωρίς τη διάγνωση της πνευμονικής εμβολής, γιατί μπορεί, επίσης, να συμβεί και σε άλλες οξείες παθήσεις των πνευμόνων, και, ως εκ τούτου, έχει περιορισμένη διαγνωστική αξία.

Το triplex καρδιάς σε μαζική πνευμονική εμβολή δείχνει δυσλειτουργία της δεξιάς πλευράς της καρδιάς, ένδειξη ότι η πνευμονική αρτηρία παρεμποδίζεται σοβαρά. Η συγκεκριμένη εμφάνιση της δεξιάς κοιλίας στο υπερηχοκαρδιογράφημα αναφέρεται ως σημείο του McConnell(ακινησία δεξιάς πλευράς της καρδιάς, αλλά κανονική κίνηση της κορυφής). Αυτό το φαινόμενο έχει μια ευαισθησία 77% και ειδικότητα 94% για τη διάγνωση της οξείας πνευμονικής εμβολής.

Η ακτινογραφία δείχνει διάταση της πνευμονικής αρτηρίας, ενώ η περιφέρεια του πνεύμονα είναι ολιγαιμική.

Το σπινθηρογράφημα του πνεύμονα ή η αγγειογραφία είναι διαγνωστικά.

Χαρακτηριστικά είναι αυξημένη η γαλακτική αφυδρογονάση (LDH)

-Σε πνευμονικό έμφρακτο

Όταν ο θρόμβος αποφράσσει μέτριο ή μικρό κλάδο της πνευμονικής αρτηρίας οι εκδηλώσεις είναι πόνος, βήχας, δύσπνοια, ταχυκαρδία και αιματηρά πτύελα. Μετά δημιουργείται πνευμονικό έμφρακτο με εστία πύκνωσης που είναι μια περιοχή αιμορραγικής νέκρωσης τριγωνικού σχήματος με την βάση προς την περιφέρεια. Ο υπεζωκότας φλεγμαίνει και αναπτύσσεται μικρή πλευρίτιδα.

Η ακτινογραφία θώρακα δείχνει την τριγωνική σκίαση και την πλευριτική αντίδραση.

-Επανειλημμένα επεισόδια πνευμονικής εμβολής (Χρόνια Πνευμονική εμβολή)

Αυτό συμβαίνει από μικρά έμβολα και τα συμπτώματα είναι άτυπα. Ο ασθενής παραπονείται για επανειλημμένα επεισόδια βραχείας διάρκειας δύσπνοιας, λιποθυμίας

Η έγκαιρη διάγνωση είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί η μη ανατάξιμη αποφρακτική πνευμονική υπέρταση

Διαφορική διάγνωση της πνευμονικής εμβολής πρέπει να γίνει από το οξύ έμφραγμα, την πνευμονία, το άσθμα, την πλευρίτιδα και την καρδιακή ανεπάρκεια.

Αγγειακό σπινθηρογράφημα του πνεύμονα: Σε αρνητικό αποτέλεσμα η πνευμονική εμβολή αποκλείεται. Σε θετικό αποτέλεσμα η διάγνωση δεν είναι βέβαιη.

Συνδυασμένο σπινθηρογράφημα αιματώσεως και αερώσεως αυξάνει την πιθανότητα διάγνωσης γιατί αποκαλύπτεται ο αερούμενος αλλά μη αιματούμενος κυψελιδικός νεκρός χώρος.

Η σπειροειδής αξονική τομογραφία μπορεί να είναι διαγνωστική.

Η αγγειογραφία αποκαλύπτει τον θρόμβο, αλλά υπάρχουν πολλά ψευδώς θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα.

Οι εξετάσεις αίματος

Σε χαμηλή/μέτρια υποψία για πνευμονική εμβολή, τα φυσιολογικά επίπεδα D-dimers  είναι αρκετά για να αποκλείσουν την πιθανότητα εμφάνισης θρομβωτικής πνευμονικλης εμβολής. Ο κίνδυνος για διάστημα τριών μηνών  είναι 0,14%. Τα D-διμερές είναι εξαιρετικά ευαίσθητη εξέταση, αλλά δεν είναι πολύ ειδική (ειδικότητα περίπου 50%). Με άλλα λόγια, μία θετική εξέταση δεν σημαίνει πνευμονική εμβολή, αλλά μία αρνητική εξέταση είναι μία καλή ένδειξη απουσίας πνευμονικής εμβολής (500 ug / L).

Σε υποψία πνευμονικής εμβολής γίνονται μια σειρά από εξετάσεις για να αποκλειστούν σημαντικές δευτεροπαθείς αιτίες πνευμονικής εμβολής. Αυτές περιλαμβάνουν πλήρη αιματολογικό έλεγχο, έλεγχο (PT, aPTT, ΤΤ), ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων, νεφρική λειτουργία,  ηπατικά ένζυμα, ηλεκτρολύτες.

Το triplex κάτω άκρων γίνεται σε αναζήτηση της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DVT). Η παρουσία εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, από μόνη της αρκετή για να δικαιολογήσει την αντιπηκτική αγωγή, χωρίς να απαιτείται σπινθηρογράφημα αερισμού αιμάτωσης ή σπειροειδής αξονική τομογραφία, λόγω της ισχυρής σύνδεσης μεταξύ εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής.


Προφύλαξη από πνευμονική εμβολή

-Αποφυγή μακράς παραμονής στο κρεβάτι ηλικιωμένων και χειρουργημένων ασθενών

-Συχνές κινήσεις κάτω άκρων

-Καλή και πλήρης αντιμετώπιση της φλεβοθρόμβωσης των κάτω άκρων. Η φλεβοθρόμβωση των κάτω άκρων απαιτεί χορήγηση ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πλέον σήμερα γίνεται προληπτική χορήγηση ηπαρίνης σε μεγάλες επεμβάσεις κοιλιάς, σε εγχειρήσεις θώρακος σε ορθοπαιδικές επεμβάσεις, και στην εγκυμοσύνη στο τρίοτο τρίμηνο ιδίως όταν υπάρχει ιστορικό φλεβοθρόμβωσης παχυσαρκία οίδημα των κάτω άκρων, ακόμα και σε εκτεταμένα εγκαύματα.


Θεραπεία πνευμονικής εμβολής

Η  πνευμονική εμβολή αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής παρεντερικά αρχικά (ηπαρίνης ενδοφλέβια ή χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνης υποδόρια) και κατόπιν από του στόματος (βαρφαρίνη). Ανάλογα με τον κίνδυνο επανεμφάνισης εμβολικών επεισοδίων κρίνεται η συνέχιση της αντιπηκτικής αγωγής για μερικούς μήνες ή και για ολόκληρη τη ζωή του ασθενούς.

Στους ασθενείς με μαζική πνευμονική εμβολή, η θρομβολυτική θεραπεία (στρεπτοκινάση, ουροκινάση, κλπ) επιταχύνει η διάλυση του εμβόλου και είναι δυνατόν να μειώσει τη θνητότητα. Επίσης, η εμβλεκτομή συνιστάται.

Χορηγείται οξυγόνο και σε συστολική πίεση κάτω των 90mmmHg,χορηγείται ενδοφλεβίως ισοπροτερενόλη 1-4μg/1 λεπτό για 60 λεπτά με συνολική δόση 0,25mg που έχει θετική ινότροπο δράση στην καρδιά, διαστέλλει τα πνευμονικά αγγεία και ευννοεί την αιμάτωση των περιφερικών αγγείων. Προσοχή, σε μεγαλύτερη δόση προκαλεί σύσπαση των πνευμονικων αγγείων και αντενδείκνυται σε στεφανιαία ανεπάρκεια. Σε αυτές τις περιπτώσεις χορηγείται ντοπαμίνη 5μg/Kg/1 λεπτό.

Σε ασταθείς ασθενείς που αντενδείκνυται η αντιπηκτική αγωγή ή η θρομβόλυση, εξετάζεται από τον θεράποντα ιατρό η χειρουργική εμβολεκτομή.

Γενικά μέτρα αποτελούν η χορήγηση οξυγόνου, τα αναλγητικά φάρμακα, η κατάκλιση και ότι άλλο είναι απαραίτητο στην κάθε περίπτωση.

Τα σχήματα ηπαρίνης:

Διακεκομμένη ενδοφλέβια (50000 μον/4ωρο)

Συνεχής στάγδην έγχυση 1000μονάδες/ώρα ενδοφλέβια

Υποδόρια 500 μον./4ωρο

Υποδόρια 1000 μον/8ωρο

Άλλοι δίνουν δόση εφόδου 15.000-20.000 μονάδες και μετά συνεχίζουν την θεραπεία.

Η ηπαρινοθεραπεία πρέπει να διαρκεί 10 ημέρες και 5 ημέρες πριν την διακοπή της πρέπει να έχει αρχίσει η παράλληλη χορήγηση αντιπηκτικού από το στόμα (Warfarin) που συνεχίζεται για 6 μήνες.

Πολλοί αμφισβητούν την αξία της ηπαρίνης και θεωρούν ότι η πιο καλή λύση είναι η προφυλακτική χορήγηση αντιπηκτικών σε εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση.

Άρα το μεγαλύτερο όπλο στη θεραπεία της πνευμονικής εμβολής είναι η προφύλαξη. Συγχρόνως γίνεται έλεγχος του χρόνου ατελούς θρομβοπλαστίνης ( PTT) που πρέπει να είναι 11/2-21/2 μεγαλύτερος του μάρτυρα

-Οι χειρουργικές επεμβάσεις σε εμβολή παραμένουν αμφιλεγόμενες

Διακοπή της κυκλοφορίας της κάτω κοίλης. Αντί, της απολίνωσης προτιμούνται η ομπρέλα, το φίλτρο και το παράθυρο.

Η εμβολεκτομή ή η καρδιοπνευμονική παράκαμψη ενδείκνυται αν δεν ανατάσσεται η μαζική εμβολή, αλλά η θνητότητα είναι μεγάλη και απαιτεί πολύ έμπειρους θωρακοχειρουργούς.

-Αντιπηκτική αγωγή

Ηπαρίνη ή ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH), ή fondaparinux χορηγείται αρχικά, ενώ η θεραπεία με βαρφαρίνη ξεκινάει αργότερα. Η LMWH μπορεί να μειώσει την αιμορραγία μεταξύ των ασθενών με πνευμονική εμβολή, σε σύγκριση με την ηπαρίνη.

Η θεραπεία με βαρφαρίνη συχνά απαιτεί προσαρμογή της δόσης και συχνή παρακολούθηση του INR (2,0 και 3,0 θεωρείται ιδανικό).

Σε ασθενείς με υποκείμενη κακοήθεια, η θεραπεία με  LMWH είναι καλύτερα από την βαρφαρίνης.

Ομοίως, οι έγκυες γυναίκες συχνά λαμβάνουν χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνη μέχρι τουλάχιστον 6 εβδομάδες μετά τον τοκετό για να αποφευχθούν οι γνωστές τερατογόνες δράσεις της βαρφαρίνης, ειδικά στα πρώτα στάδια της κύησης. Η θεραπεία με βαρφαρίνη είναι συνήθως συνεχίζεται για 3-6 μήνες, ή «δια βίου». Ένα μη φυσιολογικό επίπεδο D-dimers στο τέλος της θεραπείας δείχνει την ανάγκη για συνέχιση της θεραπείας σε ασθενείς με  πνευμονική εμβολή.

-Θρομβόλυση

Η μαζική πνευμονική εμβολή προκαλεί αιμοδυναμική αστάθεια (σοκ ή/ και υπόταση, με συστολική αρτηριακή πίεση <90 mmHg ή πτώση πίεσης 40 mmHg για > 15 λεπτά), αρρυθμία, υποογκαιμία ή σήψη και  αποτελεί ένδειξη για θρομβόλυση (ενζυματική καταστροφή του θρόμβου με φαρμακευτική αγωγή).

Η χρήση της θρομβόλυσης σε μη μαζική πνευμονική εμβολή είναι ακόμη υπό συζήτηση. Ο στόχος της θεραπείας είναι η διάλυση του θρόμβου, αλλά υπάρχει  κίνδυνος αιμορραγίας ή εγκεφαλικού επεισοδίου.

Η κύρια ένδειξη για τη θρομβόλυση είναι η μαζική πνευμονική εμβολή, όπου η δεξιά κοιλιακή δυσλειτουργία μπορεί να αποδειχθεί με triplex καρδιάς, και η παρουσία ορατών θρόμβων στον κόλπο.

-Φίλτρο κάτω κοίλης φλέβας

Εάν η αντιπηκτική θεραπεία αντενδείκνυται ή/και είναι αναποτελεσματική,  εμφυτεύεται ένα φίλτρο κάτω κοίλης για να αποτρέψει την είσοδο νέων εμβόλων στην πνευμονική αρτηρία.

-Χειρουργική αντιμετώπιση της πνευμονικής εμβολής

Η χειρουργική αντιμετώπιση της οξείας πνευμονικής εμβολής (πνευμονική θρομβεκτομή) είναι ασυνήθιστη και έχει σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί λόγω των κακών μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων. Η χρόνια πνευμονική εμβολή που οδηγεί σε πνευμονική υπέρταση (γνωστή ως χρόνια θρομβοεμβολική υπέρταση) υποβάλλεται σε χειρουργική διαδικασία που είναι γνωστή ως πνευμονική θρομβοενδαρτηρεκτομή.


Πρόγνωση πνευμονικής εμβολής

Η θνησιμότητα χωρίς θεραπεία είναι 26%.

Η πρόγνωση μετά από θεραπεία εξαρτάται από την έκταση της βλάβης των πνευμόνων και από τη συνύπαρξη άλλων παθολογικών καταστάσεων.

Η χρόνια πνευμονική εμβολή μπορεί να οδηγήσει σε πνευμονική υπέρταση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *