Τεστ κόπωσης: Πόσο αξιόπιστο είναι για τη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου

20150601_556c67c48bca7

Το τεστ κόπωσης ή ηλεκτροκαρδιογραφική δοκιμασία κόπωσης σε τάπητα είναι ένα χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο για τη στεφανιαία νόσο.

Πολλοί είναι ωστόσο αυτοί που υπερεκτιμούν την αξία του, καθώς οι πληροφορίες γύρω από το τεστ κόπωσης δεν αποσαφηνίζονται.

Κάποιος δηλαδή που ολοκλήρωσε την δοκιμασία κόπωσης στον κυλιόμενο τάπητα δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο κίνδυνο με την καρδιά του. Αντίστοιχα, κάποιος που δεν κατάφερε να «βγάλει» τη 10λεπτη δοκιμασία, δεν συνεπάγεται ότι είναι καρδιοπαθής.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ανθρώπων που ενώ υποβλήθηκαν στην εξέταση, λίγο καιρό μετά πέθαναν από έμφραγμα, εγείροντας ερωτήματα για την αξιοπιστία της εξέτασης.

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, το τεστ κοπώσεως προορίζεται «σχεδόν αποκλειστικά» για ανθρώπους με συμπτώματα στεφανιαίας νόσου. Συχνά ωστόσο χρησιμοποιείται ως διαγνωστική εξέταση για ανθρώπους δίχως συμπτώματα, οι οποίοι ανησυχούν ότι κινδυνεύουν.

Έχει βρεθεί ότι 3 ασθενείς στους 1.000 με χαμηλού κινδύνου τεστ κοπώσεως πεθαίνουν από καρδιαγγειακό επεισόδιο μέσα σε έναν χρόνο. Μεταξύ όσων έχουν υψηλού κινδύνου τεστ κοπώσεως, η αντίστοιχη αναλογία είναι 1 ασθενείς στους 100.

Επιπλέον, όταν το τεστ κοπώσεως χρησιμοποιείται σε ανθρώπους με χαμηλό κίνδυνο στεφανιαίας νόσου, ένα μη φυσιολογικό εύρημα συνήθως είναι ψευδώς θετικό, δηλαδή οδηγεί σε περαιτέρω αλλά αχρείαστο στην πραγματικότητα έλεγχο.

Πλεονεκτήματα

Τα βασικά πλεονεκτήματα του τεστ είναι πως είναι γρήγορο και έχει χαμηλό κόστος, σε σύγκριση με εξετάσεις όπως η αξονική ή η κλασική στεφανιαιογραφία. Ανεξαρτήτως κόστους όμως δεν έχει καμία αξία εάν τα ευρήματά του δεν ερμηνευθούν σε συνάρτηση με τους άλλους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο που συγκεντρώνει κανείς: το φύλο, την ηλικία και τα τυχόν συμπτώματά του, καθώς και το ΑΝ καπνίζει, είναι υπέρβαρος, έχει υπέρταση, υψηλή χοληστερόλη, διαβήτη ή οικογενειακό ιστορικό καρδιοπάθειας.

Ποιες βλάβες εντοπίζει το τεστ

Η ικανότητα του τεστ κοπώσεως να ανιχνεύσει κάποια στένωση εξαρτάται από το ποια από τις τρεις στεφανιαίες αρτηρίες έχει πρόβλημα, ενώ αυξάνεται όταν υπάρχει στένωση σε περισσότερες από μία.

Ουσιαστικά, το τεστ αποσκοπεί, σύμφωνα με τους ειδικούς, στο να απαντήσει σε δύο ερωτήματα: Πάσχει ο ασθενής από στεφανιαία νόσο; Και πόσο πιθανό είναι να πεθάνει σύντομα από στεφανιαίο επεισόδιο;.

Κατά τη διάρκεια του τεστ, ο ασθενής είναι συνδεδεμένος με έναν υπερηχοκαρδιογράφο.

Οι μετρήσεις που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά το τεστ αποτελούν δείκτες της καρδιαγγειακής κατάστασης. Οι γιατροί εξακριβώνουν πόση ώρα αντέχει ο ασθενής την προοδευτικά αυξανόμενη ταχύτητα και δυσκολία του τεστ, εάν η πίεσή του μειώνεται ή αυξάνεται, εάν ο καρδιακός ρυθμός του αυξάνεται κατά τη διάρκεια του τεστ στο κατάλληλο για την ηλικία του επίπεδο και πόσο γρήγορα χαλαρώνει στη συνέχεια.

Τη μεγαλύτερη προγνωστική αξία έχει η διάρκεια του τεστ, δηλαδή όσο περισσότερο αντέχει ο ασθενής να βρίσκεται στον κυλιόμενο διάδρομο, τόσο πιο απίθανο είναι να πεθάνει σύντομα από στεφανιαία νόσο ή άλλη αιτία.

Ακόμα και οι άνθρωποι με στενώσεις και στις τρεις στεφανιαίες αρτηρίες τους έχουν μπροστά τους πολλά χρόνια ζωής, εάν κατορθώσουν να μείνουν στον διάδρομο επί 12 λεπτά ή περισσότερο, σύμφωνα με μελέτη σε 4.083 εθελοντές που διεξήχθη πριν από δύο δεκαετίες.

Η αντοχή στο τεστ, όμως, μπορεί να περιοριστεί από την έλλειψη καλής φυσικής κατάστασης, τυχόν προβλήματα μέσης ή άλλες, άσχετες ασθένειες, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτούνται πρόσθετες εξετάσεις.

πηγή: www.onmed.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *