Τι σημαίνει πείνα;

Μια σειρά χημικών διεργασιών λαμβάνουν μέρος στο σώμα μας για να μας δώσουν τα σήματα της πείνας και του κορεσμού. Η ρύθμιση της πείνας και του κορεσμού γίνεται με μια σειρά διαδικασιών που συμμετέχει όλο το σώμα με αλληλουχία. Αισθητήρες στο στόμα, στον οισοφάγο, στο συκώτι , στο στομάχι και στον δωδεκαδάκτυλο δίνουν το μήνυμα της πείνας και του κορεσμού. Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται αυτά τα μηνύματα και με διάφορους μηχανισμούς οδηγεί το σώμα στη λήψη τροφής , τον κορεσμό και την ευεξία.

 

ΤΙ ΟΜΩΣ ΤΕΛΙΚΑ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ;

ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

  • Οι στομαχικές συσπάσεις σηματοδοτούν τον χρόνο για την κατανάλωση τροφής, και ένα διατεταμένο στομάχι σηματοδοτεί το χρόνο για να σταματήσουμε.
  • Χαμηλά επίπεδα θρέψης(έλλειψη θρεπτικών συστατικών) όπως: αμινοξέα, βιταμίνες και μέταλλα, απαραίτητα λιπαρά οξέα)
  • Χαμηλή γλυκόζη (υπογλυκαιμία)
  • Εγκεφαλικοί αισθητήρες για πρωτεΐνη και γλυκόζη
  • Γκρελίνη
  • Λεπτίνη
  • Νευροπεπτίδιο Υ
  • Κορτιζόλη
  • Αδρεναλίνη

 

Η μελέτη της πείνας είναι πολύ συνδεδεμένη με τη μελέτη του μεταβολισμού και της πέψης. Για να λειτουργούν τα κύτταρα του σώματός μας, απαιτούνται ορισμένες θρεπτικές ουσίες. Αυτές οι αναγκαίες θρεπτικές ουσίες είναι τα τελικά προϊόντα της πέψης και περιλαμβάνουν τη γλυκόζη (σάκχαρο αίματος), τα λίπη και τα αμινοξέα. Και τα τρία φαίνεται να είναι ρυθμιζόμενες μεταβλητές στην πείνα.

Ο ρόλος της γλυκόζης είναι αυτός που τεκμηριώνεται καλύτερα. Ο εγκέφαλος απαιτεί τη γλυκόζη για τον ενεργειακό ανεφοδιασμό του (το υπόλοιπο του σώματος είναι πιο ευέλικτο). Το ένα τρίτο των ενεργειακών αναγκών μας καταλαμβάνεται από τη δραστηριότητα του εγκεφάλου, και ο εγκέφαλος επιδιώκει να διατηρήσει τον ανεφοδιασμό γλυκόζης με οποιοδήποτε κόστος. Ο εγκέφαλος περιέχει τους αισθητήρες για τη γλυκόζη που βρίσκονται στον υποθάλαμο και που απεικονίζουν το βαθμό στον οποίο η γλυκόζη έχει απορροφηθεί από τα κύτταρα. Η έλλειψη γλυκόζης στο αίμα καθιστά αδύνατη την παραγωγή ενέργειας , παρουσιάζονται επομένως: έλλειψη συγκέντρωσης και κόπωση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την έντονη αναζήτηση τροφής. Υπάρχουν επίσης αισθητήρες γλυκόζης έξω από τον εγκέφαλο, συγκεκριμένα στο συκώτι. Αυτοί οι ανιχνευτές είναι ιδιαίτερα καλά τοποθετημένοι δεδομένου ότι το συκώτι είναι το πρώτο όργανο που λαμβάνει τα προιόντα της πέψης.

Ρυθμίζουμε επίσης την ποσότητα των αμινοξέων και του λίπους που αποθηκεύονται σε ειδικά κύτταρα. Θα αναμέναμε τα αμινοξέα να είναι ρυθμιζόμενα, γιατί είναι απαραίτητα για την οικοδόμηση της πρωτείνης, αλλά είναι εκπληκτικό ότι μία πτώση στο αποθηκευμένο λίπος μπορεί να προκαλέσει τη σίτιση.Αυτό έχει νόημα, εντούτοις όταν συνειδητοποιούμε ότι, μεταξύ των γευμάτων, το αποθηκευμένο λίπος μετατρέπεται σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, τα οποία είναι μια σημαντική πηγή ενέργειας για το σώμα. Μια έλλειψη στα αποθέματα λίπους μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη ενέργειας. Ο υποθάλαμος εμφανίζεται να είναι σε θέση να ανιχνεύει τις μειώσεις στο μέγεθος των κυττάρων του λιπώδους ιστού. Η ουσία γλυκερόλη, που παράγεται κατά τη διάρκεια της μετατροπής του λίπους στα ελεύθερα λιπαρά οξέα (κατά την απώλεια βάρους) επίσης φαίνεται να είναι μια ρυθμιζόμενη μεταβλητή.Τα υψηλά επίπεδα γλυκερόλης στον εγκέφαλο όταν καταναλώνεται το λίπος προκαλούν σίτιση.

Η πείνα επομένως περιλαμβάνει ποικίλα διαφορετικά ομοιοστατικά συστήματα.

Δυστυχώς πολλές φορές αρνούμαστε να ακούσουμε τα μηνύματα του σώματος μας, καταπονώντας τον οργανισμό μας είτε με ασιτία είτε με υπερφαγία. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μακροπρόθεσμα την αλλαγή στη σύσταση του σώματός μας, χημικές αλλαγές  και κατ΄επέκταση παρουσιάζεται κούραση, ευερεθιστότητα, ανησυχία, έλλειψη συγκέντρωσης, ασταθές βάρος, χαμηλή αντοχή, ευσυγκινησία και ενίοτε κατάθλιψη.

Στην προσπάθειά του ο οργανισμός να έρθει σε χημική ισορροπία υποβάλλεται σε κατάσταση stress. Αυτό έχει, κατ΄επέκταση, σαν αποτέλεσμα την έκκριση αδρεναλίνης και κορτιζόλης, δύο ορμονών που ευθύνονται για καταστάσεις υπογλυκαιμίας και ανισορροπία στην κατανομή του λίπους στο σώμα μας.

 

Πιο συγκεκριμένα:

  • Η Αδρεναλίνη βοηθά τον οργανισμό να κινητοποιήσει όλες τις πηγές ενέργειάς του σε περίπτωση έντονης δραστηριότητας, διεγείροντας το συμπαθητικό νευρικό σύστημα για επείγουσα ενέργεια κατά τη λεγόμενη «αντίδραση μάχης ή φυγής». Έτσι οι απολήξεις των νευρικών ινών του αδρενεργικού νεύρου, του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, εκκρίνουν τη νορεπινεφρίνη ή νοραδρεναλίνη και τα επινεφρίδια την επινεφρίνη ή αδρεναλίνη. Οι ουσίες αυτές που έχουν τα ίδια αποτελέσματα ενεργοποιούν υποδοχείς αγγείων και άλλων οργάνων, προετοιμάζοντας την καρδιά και τους μύες για δράση. Όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση stress,χάρη της αδρεναλίνης και της νοραδρεναλίνης προκαλείται αύξηση του ποσού της γλυκόζης στο αίμα, διαστολή των βρόχων, επιτάχυνση των παλμών της καρδιάς, αύξηση της πίεσης του αίματος, συστολή των αγγείων του πεπτικού συστήματος και του δέρματος, διαστολή της κόρης του ματιού, ανόρθωση των τριχών κ.τ.λ. Ως αντισταθμιστική ή αντιρροπική ορμόνη, προκαλεί το ήπαρ να απελευθερώσει γλυκόζη και τα κύτταρα να απελευθερώσουν λιπαρά οξέα. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται επιπλέον ενέργεια. Στην περίπτωση που η ινσουλίνη δεν επαρκεί, η έκκριση της επινεφρίνης και παρεμφερών αντισταθμιστικών ορμονών μπορεί να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία και κετοξέωση (εφόσον παράγεται και σε καταστάσεις υπογλυκαιμίας).
  • Κορτιζόλη είναι μια στεροειδής ορμόνη που παράγεται από το φλοιό των επινεφριδίων. Σε αρκετές καταστάσεις αυξάνει η έκκριση κορτιζόλης, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι το stress.H κορτιζόλη αυξάνει το σάκχαρο του αίματος διασπώντας γλυκογόνο και προωθώντας τη μετατροπή αμινοξέων σε γλυκόζη στο ήπαρ, διαδικασία που ονομάζεται γλυκονεογένεση. Για το λόγο αυτό η κορτιζόλη είναι μια διαβητογόνος ορμόνη. Από την άλλη ενισχύει τον καταβολισμό των πρωτεϊνών. Η μυϊκή μάζα ελαττώνεται, ενώ παρουσιάζει και οστεοπορωτική δράση. Επίσης ενισχύει τη λιπόλυση. Ωστόσο, με την παρουσία της κορτιζόλης το λίπος έχει την τάση να συγκεντρώνεται στον τράχηλο και τον κορμό. Η κορτιζόλη καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα και κυρίως τα λεμφοκύτταρα, ενώ περιορίζει την εκδήλωση της φλεγμονώδους απάντησης. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η επιρρέπεια του οργανισμού απέναντι σε λοιμώξεις. Λόγω κατακράτησης χλωριούχου νατρίου, αυξάνεται και η αρτηριακή πίεση. Όταν υπάρχει υπερέκκριση κορτιζόλης, μπορεί να παρατηρηθούν ψυχικές διαταραχές. Τέλος η κορτιζόλη μπορεί να προκαλέσει έλκος στο γαστρεντερικό σύστημα.

 

 

Οι ορμόνες που ρυθμίζουν την όρεξη χωρίζονται σε:

  • Βραχείας δράσης  (Γκρελίνη – Χολοκυστοκινίνη)

Συντελούν στην έναρξη ή την λήξη του γεύματος

  • Παρατεταμένης δράσης  (Λεπτίνη – Ινσουλίνη)

Συντελούν στη διατήρηση των αποθηκών του σωματικού λίπους σταθερών.

Οι ορμόνες αυτές επιδρούν στους νευρώνες του τοξοειδούς πυρήνα του υποθαλάμου που παράγουν το νευροπεπτίδιο Υ ,το οποίο έχει ορεξιογόνο δράση, ή στους νευρώνες που παράγουν προοπιομελανοκορτίνη, η οποία αναστέλλει την  όρεξη και την πρόσληψη τροφής .

  • Η Γκρελίνη παράγεται από το στομάχι και το έντερο. Αυξάνεται πριν το γεύμα και μειώνεται μετά το γεύμα.
  • Η Χολοκυστοκινίνη (CCK) εκκρίνεται από το πάγκρεας και τη χοληδόχο κύστη. Μεταφέρεται στο έντερο, το δωδεκαδάκτυλο και τέλος στον εγκέφαλο. Όταν η τροφή εισέρχεται στο δωδεκαδάκτυλο, ο ανώτερος εντερικός βλεννογόνος παράγει CCK,η οποία περιορίζει τον ρυθμό στον οποίο τα τρόφιμα περνούν από το στομάχι στον δωδεκαδάκτυλο. Τα επίπεδα αίματος της CCK μπορούν να ελεγχθούν από τον εγκέφαλο ως σήμα κορεσμού και κατ΄επέκταση κόβει την διάθεση για φαγητό.
  • Η Λεπτίνη παράγεται στα λιποκύτταρα, εισέρχεται στο αίμα και μεταφέρεται στον εγκέφαλο μέσω ειδικών υποδοχέων που βρίσκονται στον υποθάλαμο, καθορίζει την όρεξη, το ρυθμό μεταβολισμού του σώματος και το επίπεδο σωματικής δραστηριότητας. Θεωρητικά είναι αυξημένη όταν κάποιος έχει φάει. Όταν για οποιοδήποτε λόγο     η συγκέντρωση λίπους στο σώμα υπερβεί το γενετικά προκαθορισμένο επίπεδο, η παραγωγή λεπτίνης από τα λιποκύτταρα και η συγκέντρωσή της στο αίμα αυξάνονται μεταφέροντας την πληροφορία στον εγκέφαλο ότι το λίπος του σώματος έχει αυξηθεί. Αν όλα λειτουργήσουν καλά, ο εγκέφαλος δίνει την εντολή για μείωση της όρεξης, αύξηση του μεταβολισμού και της σωματικής δραστηριότητας έτσι ώστε η συγκέντρωση λίπους στο σώμα να επανέλθει στο κανονικό επίπεδο. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει όταν η συγκέντρωση λίπους πέσει κάτω από το κανονικό.
  • Η Ινσουλίνη είναι ορμόνη που παράγεται από το πάγκρεας όταν αυξάνεται το σάκχαρο του αίματος. Η ινσουλίνη παράγεται ώστε να βάλει το επιπλέον σάκχαρο του αίματος μέσα στα κύτταρα του οργανισμού, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί είτε ως καύσιμο, είτε να μετατραπεί σε λίπος και να αποθηκευτεί. Η αύξηση ινσουλίνης προκαλεί τη μείωση του σακχάρου του αίματος, διότι το επιπλέον σάκχαρο μεταφέρεται με τη βοήθεια της ινσουλίνης στα κύτταρα, όπου μετατρέπεται σε λίπος. Επομένως η ιvσουλίνη αναστέλλει τη διάσπαση του λίπους. (Σε καταστάσεις υπερφαγίας δημιουργείται αντίσταση στην ινσουλίνη. Τα κύτταρα δεν δέχονται την ινσουλίνη, άρα δεν χρησιμοποιείται γλυκόζη από τον εγκέφαλο και ξαναζητάει ενέργεια. Τα κύτταρα συρρικνώνονται ακόμα κι αν η σίτιση είναι καλή.) Άρα αν ένα άτομο τρώει ακατάστατα και μεγάλα γεύματα αυξάνεται η παραγωγή ινσουλίνης και προσθέτει βάρος.
  • Εκτός από τις προηγούμενες ορμόνες υπάρχει και μια εντερική ορμόνη το πεπτίδιοΥΥ(ΡΥΥ) το οποίο παράγεται από τα κύτταρα του λεπτού και του παχέως εντέρου και αναστέλλει την έκκριση του γαστρικού οξέως και την κινητικότητα του πεπτικού. Οι συγκεντρώσεις του στο πλάσμα αυξάνουν μετά το γεύμα και είναι ανάλογες των θερμίδων που έχουν προσληφθεί. Επομένως η ορμόνη ΡΥΥ3-36 αναστέλλει την πρόσληψη τροφής.

Μετά τη λήψη τροφής παράγονται επίσης antistress ορμόνες όπως οι ενδορφίνες, η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη.

  • Οι ενδορφίνες είναι οπιούχο φυσικό ναρκωτικό και εκκρίνονται σε καταστάσεις όπως:

    

v  Σεξ,

v  Ασιτία

v  Άσκηση

v  Σοκολάτα και παγωτό

v  Μάθηση

v  Υπερφαγία

 

Οδηγούν σε μείωση του stress, σε συναισθηματική ηρεμία, ανακούφιση από τον πόνο, έλεγχο της όρεξης και καλύτερη κυκλοφορία του αίματος.

Για την παραγωγή ενδορφινών χρειάζεται vit B,vit C,vit D,Ca,Mg, απαραίτητα λιπαρά οξέα, σεροτονίνη.

Η υπερέκκριση ενδορφινών παρόλα αυτά αυξάνει τους υποδοχείς του εγκεφάλου με αποτέλεσμα να μεγεθύνεται η ανταμοιβή. Άρα σε καταστάσεις υπερφαγίας όλο και περισσότερη κατανάλωση τροφής χρειάζεται για την κάλυψη των υποδοχέων του εγκεφάλου σε ενδορφίνες, γεγονός που ενισχύει τη συχνότητα των υπερφαγικών επεισοδίων.

  • Η Σεροτονίνη έχει να κάνει με αίσθημα ηρεμίας, δημιουργεί αίσθημα πληρότητας, ευφορίας και αυξάνει την ικανότητα συγκέντρωσης. Παράγεται από το αμινοξύ τρυπτοφάνη. Η τρυπτοφάνη όμως είναι ασθενές αμινοξύ που το ανταγωνίζονται τα υπόλοιπα αμινοξέα. Για να μπορέσει η τρυπτοφάνη να περάσει στον εγκέφαλο χρειάζεται τη βοήθεια της ινσουλίνης. Επομένως σε ένα πλήρες γεύμα που περιλαμβάνει vit C, πρωτεΐνη, Β6 παράγεται σεροτονίνη στις απολήξεις των νεύρων , πλήττει τους υποδοχείς στα κύτταρα στόχους και τελικά απορροφάται. Υπερέκκριση σεροτονίνης, όπως και στην περίπτωση των ενδορφινών, αυξάνει την παραγωγή υποδοχέων και μεγεθύνεται η ανταμοιβή.
  • Η Ντοπαμίνη είναι ένα χημικό μόριο-νευροδιαβιβαστής που μεταφέρει συναισθήματα όπως ευφορία και ικανοποίηση. Παράγεται στον εγκέφαλο μετά τη λήψη γεύματος και συνήθως ενισχύεται η παραγωγή της με τη  σοκολάτα, τον καφέ, το sex κ.τ.λ.

 

  

ΤΡΩΜΕ ΟΜΩΣ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΠΕΙΝΑΜΕ;

Συχνό φαινόμενο είναι οι άνθρωποι να μην αντιλαμβάνονται και να μην ανταποκρίνονται σωστά στα σημάδια της πείνας και του κορεσμού. Η πρόσληψη τροφής δεν σχετίζεται πάντα με πραγματική πείνα. Οι άνθρωποι δεν τρώνε μόνο για να ικανοποιήσουν την όρεξή τους, αλλά τρώνε και για την ικανοποίηση της γεύσης, την μείωση της έντασης και της κοινωνικής πίεσης, για να καλύψουν την ανία τους, αλλά και λόγω κοινωνικών υποχρεώσεων (π.χ. γιορτές, γενέθλια, επαγγελματικά δείπνα κτλ).

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ,ΕΠΟΜΕΝΩΣ,ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΡΥΘΜΙΣΟΥΜΕ ΤΗ ΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΜΑΣ;

H βιολογική ώθηση της πείνας και της όρεξης υπάρχουν δίπλα-δίπλα με τις συναισθηματικές επιρροές στη συμπεριφορά σίτισης. Οι μελέτες δείχνουν ότι αυτές οι βιολογικές επιρροές είναι ισχυρές και μπορούν να αγνοήσουν τις συναισθηματικές επιρροές.

Ας προσπαθήσουμε επομένως να ανταποκρινόμαστε πλήρως στα σημάδια του σώματός μας, καταναλώνοντας γεύματα τις ώρες που πραγματικά τα έχει ανάγκη (περίπου ανά τρείς ώρες). Να καλύπτουμε τον οργανισμό μας σε βιταμίνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία, αμινοξέα, υδατάνθρακες και απαραίτητα λιπαρά, ακολουθώντας ένα ισορροπημένο πρόγραμμα διατροφής που θα περιλαμβάνει άφθονα φρούτα και λαχανικά, ψάρια, πουλερικά, ελαιόλαδο, ξηρούς καρπούς, ψωμί, δημητριακά ολικής, όσπρια και πιο αραιά κόκκινο κρέας για την κάλυψη του οργανισμού μας σε σίδηρο. Μέτρο χρειάζεται στην κατανάλωση αλκοόλ, γλυκών, αναψυκτικών και τροφών πλούσιων σε λιπαρά με χαμηλή θρεπτική αξία όπως τα junk food κτλ.

Είναι σημαντικό να αντιλαμβανόμαστε τα σημάδια του κορεσμού και να σταματάμε όταν έχουμε φάει ικανοποιητικά. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι η άσκηση υποβάλλει τον οργανισμό μακροπρόθεσμα σε αναζήτηση υγιεινής τροφής και καλό θα ήταν να την συμπεριλάβουμε στην καθημερινότητά μας. Με αυτόν τον τρόπο θα αισθανόμαστε υγιείς, ικανοποιημένοι και θα κρατάμε σταθερό σωματικό βάρος.

Γράφει η Αγγελική Ζαφειράκη, διαιτολόγος και συνεργάτιδα του doctoranytime.gr

doctoranytime

πηγή runningnews

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *