|
Αθλητικές Μετρήσεις
Οι αθλητικές επιδόσεις ανέβηκαν τα τελευταία χρόνια σε φανταστικά επίπεδα. Για να διακριθεί σήμερα ένας αθλητής δεν φτάνει να είναι μόνο ταλέντο με προσωπική προσπάθεια.
Η ανάλυση του αθλήματος και ο έλεγχος της προπόνησης είναι αναγκαίες διαδικασίες για την καθοδήγηση και βελτίωση της απόδοσης. Η αθλητική μέτρηση φανερώνει κάθε αδυναμία του αθλητή και δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον προγραμματισμό της προπόνησης.
Σήμερα θα γίνει λόγος για την αερόβια/αναερόβια φυσική κατάσταση, γενικά γνωστή ως αντοχή.
Με τον όρο αντοχή εννοείτε γενικά η ψυχοσωματική ικανότητα αντίστασης στην κόπωση κατά τη διάρκεια επιβαρύνσεων μακρού χρόνου καθώς και η ικανότητα γρήγορης αποκατάστασης μετά το τέλος της επιβάρυνσης. Η σωματική αντοχή περιλαμβάνει την ικανότητα του αθλητή να αντιστέκεται για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρόνο σε ένα ερέθισμα, το οποίο καθιστά αναπόφευκτη τη μείωση της έντασης ή ακόμα και διακοπή της επιβάρυνσης.
Διακρίνουμε διάφορες μορφές αντοχής ανάλογα με τη σκοπιά από την οποία την εξετάζουμε και σύμφωνα με τον τρόπο εκδήλωσής της. Αν εξετάσουμε το ποσοστό της εργαζόμενης μάζας, η αντοχή διακρίνεται σε γενική και τοπική. Ο βαθμός εξειδίκευσης σε ένα άθλημα ξεχωρίζει την αντοχή σε γενική και ειδική, ο μηχανισμός παραγωγής ενέργειας σε αερόβια και αναερόβια, ενώ ανάλογα με τον τρόπο εργασίας των μυών διακρίνουμε τη δυναμική και στατική αντοχή.
Σε αυτό το σημείο δεν θα αναπτύξουμε τις μορφές της αντοχής, αλλά μερικές από τις δυνατότητες της επιστήμης για την μέτρηση και αξιολόγηση της αντοχής. Το γαλακτικό οξύ παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ και μερικά χρόνια διεξάγονται όλο και περισσότερο μετρήσεις γαλακτικού οξέος. Κάθε οργανισμός παράγει ακόμη και εν ηρεμία γαλακτικό οξύ. Η φυσιολογική τιμή κυμαίνεται μεταξύ 1 και 1,78mmol/l. Όταν παράγουμε έργο – γυμναζόμαστε – αυξάνεται η ποσότητα του γαλακτικού οξέος στο αίμα. Μέχρι την ποσότητα των 4mmol/l που ονομάζεται αναερόβιο κατώφλι, ο οργανισμός μπορεί να κρατήσει ισορροπία ανάμεσα στο παραγόμενο και στο αποβαλλόμενο γαλακτικό οξύ. Από εκεί και πάνω έχουμε συσσώρευση γαλακτικού με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε κουρασμένοι, να βαραίνουν τα πόδια και να πέφτει η απόδοση. Εδώ βρίσκεται το μυστικό της επιστήμης, στον εντοπισμό του αναερόβιου κατωφλιού. Στην συνέχεια δίνονται στον προπονητή/αθλητή οι ιδανικές εντάσεις προπόνησης, για την βελτίωση της απόδοσης.
Τεστ για την μέτρηση της αντοχής:
Απλά δρομικά τεστ. Σ’ αυτά οι αθλητές πρέπει να διανύσουν κάποια απόσταση σε ελάχιστο χρόνο ή σε προκαθορισμένο χρόνο μέγιστη απόσταση. Το πιο διαδεδομένο για την μέτρηση της αντοχής είναι το “Cooper-Test”. Στο τεστ “Cooper” οι αθλητές έχουν εντολή να διανύσουν σε 12 λεπτά όσο μεγαλύτερη απόσταση μπορούν.
Τα αποτελέσματα από τα απλά δρομικά τεστ δεν πρέπει να υπερεκτιμούνται. Η απόδοση στα δρομικά τεστ εξαρτάτε από τα κίνητρα, την ψυχική διάθεση και τη διάθεση για καταπόνηση του αθλητή. Αν λάβουμε λοιπόν υπ’ όψει μας μόνο την απόσταση που διανύθηκε – συνήθως αυτό γίνεται – μπορεί να γίνουν σημαντικά λάθη στην αξιολόγηση της αντοχής. Ένας αθλητής με θετικά κίνητρα και καλή ψυχολογία θα προσπαθήσει περισσότερο και θα καλύψει μεγαλύτερη απόσταση απ’ ότι ένας με μικρότερα κίνητρα. Έτσι η αξιοπιστία του αποτελέσματος του τεστ τίθεται υπό αμφισβήτηση. Το τεστ “Cooper” και όλα τα δρομικά τεστ, έχουν το μειονέκτημα ότι μετρούν μόνο την εξωτερική επιβάρυνση του αθλητή που εκφράζεται στην απόσταση που διάνυσε. Μπορεί να γίνει σύγκριση αποτελεσμάτων με άλλους αθλητές ή με προηγούμενες ατομικές επιδόσεις, αλλά δεν μας δίνει πληροφορίες ούτε πως έπιασε αυτή την επίδοση, ούτε πληροφορίες για την καθοδήγηση του αθλητή, δηλαδή με ποιες εντάσεις πρέπει να προπονηθεί για να αποδώσει μέγιστα. Την δυνατότητα αυτή δίνει η ταυτόχρονη καταγραφή της καρδιακής συχνότητας και η μέτρηση του γαλακτικού οξέος στο αίμα. Εξήγηση δίνεται στο παράδειγμα που ακολουθεί.
ΟΝΟΜΑ |
ΑΠΟΣΤΑΣΗ (m) |
Κ.Σ. (1/min) |
Γ.Ο. (mmol/l) |
Α |
3250 |
180 |
8,2 |
Β |
2750 |
170 |
2,4 |
Γ |
3500 |
185 |
9,7 |
Δ |
3250 |
176 |
3,6 |
Ε |
3000 |
189 |
11,8 |
Πιν.1: Επιδόσεις πέντε αθλητών (Κ.Σ.= καρδιακή συχνότητα, Γ.Ο.= γαλακτικό οξύ)
Στον προηγούμενο πίνακα έχουμε τις επιδόσεις πέντε αθλητών. Χωρίς την μέτρηση του γαλακτικού στο αίμα συμπεραίνομε, ότι ο αθλητής Β έχει μέτρια ανεπτυγμένη αντοχή. Με καρδιακή συχνότητα 170 και γαλακτικό 2,4 μπορούμε να πούμε με σιγουριά, ότι ο αθλητής αυτός δεν είχε διάθεση για καταπόνηση. Για τους αθλητές Α και Δ θα λέγαμε ότι βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Εάν λοιπόν βάση του αποτελέσματος οι δύο αθλητές προπονηθούν με την ίδια ένταση, τότε ο αθλητής Δ θα βελτιώσει την αερόβια φυσική του κατάσταση, ενώ ο Α θα βρεθεί σύντομα σε φάση υπερκόπωσης, με αποτέλεσμα την πτώση της φυσικής κατάστασής του και ρίσκο τραυματισμού.
Δρομικό τεστ με σταδιακή αύξηση της επιβάρυνσης για τον προσδιορισμό του αερόβιου - αναερόβιου κατωφλιού. Σ’ αυτό το τεστ ο αθλητής πρέπει να διανύσει 4-5 φορές μια απόσταση - την ονομάζουμε βαθμίδα έντασης - (από 1000 έως 3000m ανάλογα με το άθλημα) με σταθερή προκαθορισμένη ταχύτητα. Μετά από κάθε βαθμίδα γίνεται αιμοληψία και καταγραφή καρδιακής συχνότητας. Στη συνέχεια γίνεται ανάλυση αίματος, για να προσδιορίσουμε την μεταβολική επιβάρυνση του αθλητή και να δώσουμε με απόλυτη σιγουριά τις ιδανικές εντάσεις προπόνησης. Το πλεονέκτημα του συγκεκριμένου τεστ είναι ότι το αποτέλεσμα δεν επηρεάζεται από τα κίνητρα και την ψυχική διάθεση του αθλητή, όπως συμβαίνει στα απλά δρομικά τεστ.
Στην γραφική παράσταση που ακολουθεί έχουμε την απόδοση ενός επαγγελματία ποδοσφαιριστή.
Ο ποδοσφαιριστής αυτός ακουμπάει το αναερόβιο κατώφλι όταν τρέχει με 15,6 km/h. Η ιδανική ταχύτητα τρεξίματος για ποδοσφαιριστές στην περιοχή του αναερόβιου κατωφλιού είναι στα 14,5 – 15,5km/h. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι ο αθλητής μας έχει πολύ καλή αερόβια – αναερόβια ικανότητα.
Οι μετρήσεις αυτές μπορούν να τροποποιηθούν και να εφαρμοστούν σε όλα τα αθλήματα. Για να μην βαδίζουμε λοιπόν στα σκοτεινά πρέπει να γίνονται αυτές οι μετρήσεις.
Με εκτίμηση
Ιωάννης Ν. Σχοιναράκης
|